Ο νεότερος κάτοχος του Βραβείου Χορν, που ενσαρκώνει τον αινιγματικό Ίωνα του ΘΟΚ, μιλά για τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επίδαυρο, τη ρευστότητα της αλήθειας και εξηγεί γιατί δεν αντέχει το απολιτίκ θέατρο.

Πέρσι βρέθηκε για πρώτη φορά στη σκηνή της Επιδαύρου στον Χορό της πολυσυζητημένης Αντιγόνης του Ούλριχ Ράσε, που δίχασε κοινό και κριτικούς. Φέτος επιστρέφει ως πρωταγωνιστής στον Ίωνα, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Θωμά Μοσχόπουλου. Σ’ ένα από τα πιο αινιγματικά έργα του ευριπίδειου corpus, ο Γιάννης Τσουμαράκης συναντά έναν ήρωα που αμφισβητεί τα πάντα, ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Στη συζήτησή μάς αναφέρεται στη γοητεία και τους κινδύνους της φόρμας, την τάση των ανθρώπων να επιλέγουν το βολικό ψέμα αντί της δύσκολης αλήθειας και εξηγεί γιατί θεωρεί αδιανόητο ένα θέατρο που δεν συνομιλεί με τα ερωτήματα και τις συγκρούσεις της εποχής του.

-Τι σε εξέπληξε στη θεατρική πραγματικότητα του νησιού; Έχω χαρεί πολύ για τους συναδέλφους που συνάντησα, Κύπριους και μη. Υπάρχει μια φοβερή ευγένεια και ανοιχτότητα, είναι πολύ δοτικοί και χαμογελαστοί οι άνθρωποι εδώ. Νιώθω ότι υπάρχει μια άλλου είδους ηρεμία στους ηθοποιούς της Κύπρου σε σχέση με της Αθήνας. Ίσως παίζει ρόλο το γεγονός ότι είναι άλλοι οι ρυθμοί. Στην Αθήνα ξυπνάς τρελαμένος. Πώς να μην είσαι μετά και στην πρόβα; Αυτό που με εκπλήττει εδώ είναι η αίσθηση ότι όλα θα πάνε καλά. Δηλαδή και να μη λειτουργήσει μια πρόβα, δεν πειράζει, τα πράγματα θα πάρουν τον δρόμο τους.

-Στην Αθήνα, δηλαδή, η πρόβα είναι ζήτημα ζωής και θανάτου; Όχι, αλλά το συνεχές στρες που υπάρχει στην καθημερινότητα, συχνά παρεισφρέει και στη δουλειά. Στη δημιουργική διαδικασία, όμως, πρέπει να είσαι και λίγο ανοιχτός, λίγο χαλαρός, απαιτεί ένα περιβάλλον ευγένειας και τρυφερότητας, στοιχεία που χαίρομαι πολύ που τα βρήκα εδώ. Χαρακτηριστικά θα σου πω ότι παρότι ανέλαβα κεντρικό ρόλο, δεν είμαι όσο αγχωμένος είμαι σε άλλες δουλειές με μικρότερους ρόλους. 

Μήπως, όμως, αυτό υπάρχει κίνδυνος να αποδειχτεί πηγή εφησυχασμού; Αυτός ο κίνδυνος πάντα ελλοχεύει, αλλά εδώ έχουμε τον Θωμά Μοσχόπουλο που έχει τον τρόπο να μάς δίνει συνεχώς κίνητρα και ερεθίσματα, ενώ ταυτόχρονα έχει φτιάξει ένα ασφαλές και ευχάριστο περιβάλλον. 

Τι ανακάλυψες για τον εαυτό σου, δουλεύοντας με ανθρώπους που προέρχονται από διαφορετικό θεατρικό οικοσύστημα; Πως όταν είσαι ανοιχτός καμία σημασία δεν έχει αν ο άλλος προέρχεται από διαφορετικό θεατρικό οικοσύστημα. Η επικοινωνία είναι αυτή που μάς συνδέει. Ειλικρινά, εκτιμώ πολύ που στην πρόβα κοιτάζω τους άλλους στα μάτια και υπάρχει αυτή η μειλιχιότητα. Οπότε, ανακαλύπτω κι εγώ ότι ανεξαρτήτως προέλευσης, αν φτιάξεις κοινή γλώσσα με τον άλλον, όλα γίνονται. Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί πέρσι όταν δούλεψα με τους Γερμανούς στο Φεστιβάλ Αθηνών. Στην Κύπρο συνέβη ακόμη πιο ομαλά και γλυκά.

«Όλα γύρω μας είναι φόρμα. Ειδικά στο θέατρο, ακόμη κι ο νατουραλισμός ή ο ρεαλισμός είναι με τον τρόπο τους φόρμα». Φωτ. © Δημήτρης Λούτσιος.

Τι συνειδητοποίησες δουλεύοντας σ’ ένα θέατρο ακραίας ακρίβειας, όπως του Ούρλιχ Ράσε; Η τόσο αυστηρή φόρμα είναι επίσης δίκοπο μαχαίρι. Αφενός νιώθεις ασφαλής στα συγκεκριμένα όρια όπου ο σκηνοθέτης σου ζητά να δημιουργήσεις και να υπάρχεις, καθώς υπηρετείς το όραμά του. Αφετέρου, όμως, η τόσο αυστηρή φόρμα μπορεί καμιά φορά να σε εγκλωβίσει, να γίνει λίγο αυτοαναφορική, αυτοπαθής, να προκύψει η υποψία ότι αυτό που κάνεις μπορεί να μην επικοινωνηθεί. Προφανώς, η παράσταση της Αντιγόνης δεν επικοινωνήθηκε τελικά με το κοινό. Άσχετα πόσο λειτούργησε για μένα που ήμουν μέσα. Σχετικά με τη φόρμα, πάντως, νιώθω ότι όλα γύρω μας είναι φόρμα. Ειδικά στο θέατρο, ακόμη κι ο νατουραλισμός ή ο ρεαλισμός είναι με τον τρόπο τους φόρμα. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ευλογία την πρώτη μου εμπειρία πέρσι στην Επίδαυρο, όπως και την ευκαιρία που μου δίνεται φέτος μ’ έναν μεγαλύτερο ρόλο. 

-Είναι εφόδιο, δηλαδή, για σένα εκείνη την εμπειρία; Είναι. Γιατί συν τοις άλλοις απομυθοποίησα -με την καλή έννοια- αυτό που ήταν η Επίδαυρος στο μυαλό μου. Πήγαινα από μικρός ως θεατής κι ένιωθα κάθε φορά δέος, ήταν κάτι τεράστιο στα μάτια μου ως προς την ιερότητα, την ενέργεια, την κλίμακα, τον μύθο, την ιστορία που φέρει ο χώρος αυτός. Μετά την περσινή εμπειρία, ηρέμησα αρκετά μέσα μου σε σχέση με αυτό. Ήταν μια γείωση. Δεν με τρομάζει πια. Δεν το λέω με αλαζονεία, η Επίδαυρος εξακολουθεί να είναι μαγικό μέρος και αλίμονο αν εμφανιστείς εκεί χωρίς τον απαιτούμενο σεβασμό. Ανακάλυψα, όμως, κάτι άλλο επειδή μού έγινε βίωμα: τη φοβερή διαστολή του χρόνου όταν η ενέργεια πυκνώνεται και συγκεντρώνεται σε κάτι όπως ένα τέτοιο κείμενο σ’ ένα τέτοιο σημείο του πλανήτη. Η τρίωρη παράσταση μού φαινόταν λες και ήταν μισάωρη- με εξαίρεση το τελευταίο 20λεπτο που πονούσε το σώμα μου.

-Τι αλλάζει όταν το βάρος του τίτλου βρίσκεται στους ώμους σου; Μέχρι στιγμής δεν έχω καθαρή απάντηση, γιατί στις πρόβες δουλεύουμε τόσο ομαδικά που ούτε στιγμή δεν έχω νιώσει ότι θα σηκώσω εγώ το έργο στους ώμους μου. Ούτως ή άλλως, το θέατρο είναι μια τόσο ομαδική δουλειά, που άμα το συνειδητοποιήσεις απαλάσσεσαι από ένα τέτοιο βάρος. Και μονόλογο να κάνεις, συνεργάζεσαι με τον συγγραφέα, τον σκηνοθέτη, τον φωτιστή, τον ηχολήτη, τον μουσικό, τον σκηνογράφο, τον ενδυματολόγο κ.ο.κ. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν έχεις έναν τόσο ωραίο θίασο στο πλάι σου και μοιράζεστε μαζί μια ωραία ιστορία- άσχετα αν ο τίτλος παραπέμπει σε συγκεκριμένο ρόλο. Είμαστε ένα σώμα. Επίσης, ο Θωμάς Μοσχόπουλος δουλεύει με ασκήσεις ομαδικής αφήγησης, με πολύ χιούμορ, πολλά εργαλεία και παιχνίδια. Μέχρι στιγμής δεν έχω νιώσει επιπλέον βάρος, σε σημείο μάλιστα που τώρα που το εκστομίζω να συνειδητοποιώ ότι δεν έχω αγχωθεί όσο θα περίμενα.

Ποια πτυχή του Ίωνα σε προβλημάτισε προτού αρχίσεις να τον καταλαβαίνεις; Ο Ίων είναι ένας ρόλος τρομερά αντιφατικός. Είναι ένας αντιήρωας, ακόμα κι αν για τραγωδία το έργο έχει την πρωτοτυπία του happy end. Τοποθετείται για κάτι και στη συνέχεια, λόγω της νεαρής ηλικίας ή της τυχαιότητας και της πορείας των πραγμάτων, αναιρείται. Λέει κάτι και λίγους στίχους αργότερα καταλήγει σ’ έναν συλλογισμό που βρίσκεται στην αντίθετη θέση. Αυτό, ως ηθοποιό, μ’ έχει μπερδέψει. Όμως, αρκεί να κάνω ένα βήμα πίσω, ν’ αφήσω για λίγο στην άκρη το θέατρο και να δω τη ζωή. Μέσα στη μέρα μας, αντιφάσκουμε συνεχώς. Ως προς τις ανάγκες, τις απόψεις, τις σχέσεις, τον τρόπο που υπάρχουμε. Αυτοαναιρούμαστε, κάνουμε συχνά τα αντίθετα απ’ αυτά που λέμε. Μπορεί να οφείλεται στις κυμαινόμενες ανάγκες μας ή στην τάση μας να αμφισβητούμε τα πάντα. Πάντως, είμαστε αντιφατικά και πολύπλευρα όντα. Ευτυχώς. Γι’ αυτό είμαστε και τόσο ενδιαφέροντα όντα. Ο ηθοποιός συχνά θέλει μια απάντηση, να μπει σε συγκεκριμένο «πετσί». Και η αλήθεια είναι πως στο αρχαίο δράμα κατά κανόνα οι ήρωες αυτό που λένε αυτό και εννοούν. Στο συγκεκριμένο έργο, ωστόσο, είναι εμφανές πόσο έχει ανθίσει η διαλεκτική στην εποχή του Ευριπίδη.

«Όταν λέμε ‘σπίτι’, ‘τόπος’, ‘πατρίδα’ έχει να κάνει με κάτι που εμείς νιώθουμε». Φωτ. © Δημήτρης Λούτσιος.

Γιατί το έργο αυτό δεν ανεβαίνει συχνά; Πιστεύω ότι ο βασικός λόγος είναι ότι δεν καλύπτει τα στάνταρ της τραγωδίας που αναμένει ο μέσος θεατής. Είναι έργο άβολο, αμήχανο, δεν μπορείς να το κατατάξεις. Θίγει σκληρά θέματα όπως η βία, η εξουσία, ο βιασμός, ο φόβος, αλλά ταυτόχρονα ρέπει προς το σατιρικό δράμα χωρίς να έχει τη δομή του, όπως δεν έχει ούτε την κλασική δομή μιας τραγωδίας. Έχει κάτι το τρομερά σύγχρονο. Ο τρόπος γραφής έχει μια αμεσότητα, μια προφορικότητα, ένα υπόγειο χιούμορ και μια έντονη ειρωνεία.

Ποιο ερώτημα του έργου παραμένει αδυσώπητα ανοιχτό στην εποχή μας; «Ποιος είμαι;» Νομίζω αυτό είναι το ερώτημα. Με κάποιον τρόπο είναι έντονο στο έργο το στοιχείο του ετεροπροσδιορισμού. Η Κρέουσα ετεροπροσδιορίζεται σύμφωνα με την ιδιότητά της ως βασίλισσα και με το βίωμά της ως βιασθείσα. Ο Ίωνας δεν έχει καν όνομα, ή ταυτότητα. Δεν ξέρει ποιοι είναι οι γονείς του, ποιος τον εγκατέλειψε στον ναό. Ετεροπροσδιορίζεται με βάση την ιδιότητα του αποθηκάριου, του θησαυροφύλακα και του υπηρέτη του ναού. Στο κείμενο δεν είναι καθαρή η έννοια της αλήθειας. Κι ο Ευριπίδης υπογραμμίζει το θέμα της υποκειμενικότητας. Εφόσον όλοι ετεροπροσδιορίζονται, η αλήθεια είναι ρευστή και το πρίσμα αλλάζει.

Πιστεύεις ότι η ταυτότητα είναι κάτι που κληρονομούμε ή κάτι που επινοούμε κι έχει να κάνει με τις διαδρομές που ακολουθούμε; Σίγουρα στο δεύτερο. Σαφέστατα, η καταγωγή έχει τη σημασία της, οι ρίζες μας κάτι λένε για μας, ορίζουν τα ερεθίσματα, τις αναφορές μας. Αλλά, ταυτόχρονα, δεν είναι το μόνο που μας ορίζει. Αλήθεια πιστεύω πως όταν λέμε «σπίτι», «τόπος», «πατρίδα» έχει να κάνει με κάτι που εμείς νιώθουμε. 

«Γενικά στη ζωή μου με χαρακτηρίζει το στοιχείο της εμπλοκής, είναι μεγαλύτερο από ό,τι καμιά φορά αναλογεί στις καταστάσεις». Φωτ. © Δημήτρης Λούτσιος.

Διαβάζοντας σήμερα τον Ίωνα νιώθεις ότι ο Ευριπίδης εμπιστεύεται τους θεούς ή τους υπονομεύει; Τους υπονομεύει και μάλιστα πολύ. Δεν τυχαίο ότι οι ήρωες, ακόμη και ο Ίωνας, απευθύνονται στους θεούς λες και είναι άνθρωποι με κουσούρια και καταγράφουν τις «κουτσουκέλες» τους. Αυτό εννοείται ότι έχει να κάνει με την αμφισβήτηση της εποχής του. Είναι χαρακτηριστικό ότι αίτιος όσων διαδραματίζονται είναι ο Απόλλωνας, ο οποίος εντούτοις δεν βγαίνει στη σκηνή σε αντίθεση με τον Ερμή και την Αθηνά. Είναι σαν τον άνθρωπο που ξέρει ότι έχει κάνει βλακεία, ντρέπεται να απολογηθεί και στέλνει τ’ αδέρφια του. Ο Ευριπίδης έχει κάνει τους θεούς αρκούντως ανθρωπόμορφους και τους ανθρώπους αμφισβητίες του θεϊκού. Ας μην ανησυχούν οι θεατές για τα σπόιλερ, έτσι κι αλλιώς ο Ερμής στον πρόλογο βγαίνει στη σκηνή και περιγράφει όλη την πλοκή. Είναι σαν να λέει στον θεατή «ξέχνα το ‘τι’ και επικεντρώσου στο ‘πώς’». Αυτομάτως είναι και μια απενοχοποίηση, ένα δώρο που κάνει ο ποιητής στον ηθοποιό και στον σκηνοθέτη και με την εξουσία που έχει μάς δίνει το ελεύθερο να παίξουμε με αυτό το «πώς».

Στο σημείωμα της παράστασης διαβάζουμε για έναν κόσμο όπου τα είδωλα της αλήθειας και του ψεύδους αλληλεπικαλύπτονται. Αυτό, υποκριτικά, πώς γίνεται πράξη; Έχει να κάνει με το κατά πόσο θέτεις ερωτήματα ή όχι, τα όρια αλήθειας- ψεύδους. Όταν στην πρόβα ακόμη και μια κατάφαση τη μετατρέπεις σε ερώτηση, αν απλά αλλάξεις το σημείο στίξης, αλλάζει όλη η σύλληψη. Τις προάλλες κάθισα και μέτρησα πόσες φορές αναφέρει ο Ίωνας στην πρώτη κιόλας σκηνή τις λέξεις «αλήθεια», «όντως», «πράγματι». Στο μεγαλύτερο μέρος του έργου ο ήρωας αυτός θέτει ερωτήματα και τεστάρει την αλήθεια. Σαν να θέλει να ανακαλύψει κάτι κι όταν πλησιάζει φοβάται και κάνει πίσω. Πρόκειται για ένα στοιχείο ανθρώπινο και αντιηρωικό. Τη θέλουμε την αλήθεια στη ζωή μας ή προτιμούμε ένα βολικό ψέμα;

Ποια σκηνοθετική οδηγία σε ανάγκασε να επαναπροσδιορίσεις τον ρόλο; Δεν ξεκίνησα τις πρόβες έχοντας στο μυαλό κάτι προκαθορισμένο. Όμως, μια οδηγία που συνήθως δίνει ο Θωμάς ως υπενθύμιση είναι «πιο ανάλαφρα». Όχι υποτιμώντας το έργο, αλλά επειδή εμένα ως Γιάννη γενικά στη ζωή μου με χαρακτηρίζει το στοιχείο της εμπλοκής, είναι μεγαλύτερο από ό,τι καμιά φορά αναλογεί στις καταστάσεις. Εμπλέκομαι έντονα συναισθηματικά, ψυχολογικά, διανοητικά. Σίγουρα, η σκηνή αποτυπώνει και τη ζωή μας, φωτίζονται ξαφνικά πράγματα που λες «για δες, όντως έτσι είμαι!». Οπότε, η οδηγία «πιο ανάλαφρα», ξαφνικά δημιουργεί χώρο για χιούμορ, απενοχοποίηση, επικοινωνία.

-Το στοιχείο της εμπλοκής το βλέπεις σαν ελάττωμα που θέλεις να αλλάξεις;  Ναι, θα ήθελα να εμπλέκομαι λιγότερο κάποιες φορές στη ζωή μου. Να είμαι πιο ψύχραιμος. 

Η επιστροφή του ΘΟΚ στην Επίδαυρο με δική του παραγωγή κουβαλά ένα ιδιαίτερο φορτίο. Πώς βιώνεις αυτή την ευθύνη; Δεν είμαι εκπρόσωπος του θεάτρου της Κύπρου. Είμαι μέρος του δυναμικού του ΘΟΚ, όπως κι άλλοι 30 άνθρωποι που δουλεύουμε καθημερινά και κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας για το καλύτερο αποτέλεσμα. Έχω επίγνωση της ευθύνης της συμμετοχής σε μια τέτοια παραγωγή, αλλά δεν σκιάζει το μυαλό μου κάτι τόσο βαρύγδουπο. Ίσως φταίει ότι δεν είμαι από εδώ, ότι είναι η πρώτη φορά που συνεργάζομαι με τον ΘΟΚ. Αλλά δεν θεωρώ ότι επωμίζομαι το φορτίο της όποιας ανάγκης του κρατικού θεάτρου της Κύπρου να εμφανίζεται στην Επίδαυρο και δεν με αφορά κιόλας. Ούτε νιώθω ότι έχω να αποδείξω κάτι. Τη δουλειά μου κάνω και για να είμαι ειλικρινής νιώθω ευλογημένος που είμαι εδώ, κυρίως γιατί δεν έχω τους περισπασμούς που έχω συνήθως στην Αθήνα: λίγο οι φίλοι, λίγο άλλα project, λίγο casting, λίγο η οικογένεια, λίγο η άνοιξη που έφυγε και το καλοκαίρι που ήρθε. Είμαι συγκεντρωμένος κι έχω δομήσει μια συγκεκριμένη καθημερινότητα, την οποία απολαμβάνω. Η μέρα κυλάει γρήγορα και δημιουργικά.

«Δεν αντέχω το απολιτίκ θέατρο, δεν βρίσκω λόγο να δω μια παράσταση που να μη θίγει κανένα από τα θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο σήμερα». Φωτ. © Δημήτρης Λούτσιος.

Το 2025 κέρδισες το Βραβείο Χορν, όντας ο νεαρότερος ηθοποιός που έλαβε αυτή τη διάκριση. Πέρα από τη χαρά, υπάρχει κάτι που σε φόβισε από την εξέλιξη αυτή; Τον πρώτο καιρό, ναι. Μετά το δούλεψα, ηρέμησα λίγο, κόπασε ο θόρυβος, οι συνεντεύξεις και το βάρος της δημοσιότητας. Αρχικά ανησυχούσα ότι τώρα πια θα πρέπει να περνάω τις επιλογές μου από κόσκινο, ότι θα πρέπει να είμαι στην τσίτα σε κάθε παράσταση. Δηλαδή, ότι θα πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύω ότι αξίζω ένα βραβείο που μου απέδωσε μια επιτροπή. Το καλό είναι ότι είχα ήδη κλείσει όλες τις δουλειές της χρονιάς πριν το πάρω. Έτσι, όταν σιγά- σιγά σταμάτησε να ανακυκλώνεται η είδηση, άρχισα να ηρεμώ. Φυσικά, η διάκριση μού έδωσε μεγάλη χαρά. Έτσι κι αλλιώς, ένα τέτοιο βραβείο είναι συμβολικό. Απτά, πρακτικά, δεν είναι και κάτι τρομερό. Έχει κυρίως να κάνει με μία επιβεβαίωση, ένα χάδι στο ώμο, ή με την ορατότητα που προσφέρει. Εν πάση περιπτώσει, ήρθε σ’ ένα σημείο της ζωής μου που ίσως χρειαζόμουν να μου πει κάποιος «συνέχισε, καλά το πας».

Αυτή τη στιγμή τι σε απασχολεί περισσότερο: το πού μπορείς να φτάσεις ή το τι είδους καλλιτέχνης θέλεις να γίνεις; Το τι είδους καλλιτέχνης θέλω να γίνω με απασχολεί πολύ περισσότερο. Κυρίως, γιατί δεν έχω βρει απάντηση κι ίσως αυτό να είναι το ωραίο, γιατί αν απαντηθεί αυτό πιθανότατα κατευθείαν θα βαρεθώ. Είναι κάτι που πάντα ψάχνεις. Επίσης, ζούμε σε μια εποχή δύσκολη που είτε το θέλεις είτε όχι οφείλεις να πάρεις θέση. Κι αυτό είναι ένας παράγοντας που με προβληματίζει. Δεν είναι μόνο να κάνεις μια παράσταση, αλλά το αποτύπωμα που αφήνει στο τώρα, όταν συμβαίνουν γύρω μας τόσα. Γι’ αυτό δεν αντέχω το απολιτίκ θέατρο και δεν εννοώ ότι μ’ αρέσει το διδακτικό- στρατευμένο θέατρο, αλλά ότι δεν βρίσκω λόγο να δω μια παράσταση που να μη θίγει κανένα από τα θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο σήμερα. Είτε είναι ο πόλεμος, η βία, η φτώχεια, η κρίση ταυτότητας, η πολιτισμική κρίση- ποιος ξέρει; Δεν γίνεται να ανεβάζουμε παραστάσεις μόνο για το ψώνιο μας, χωρίς να έχουμε να πούμε κάτι. Αυτό λειτουργεί για μένα ως φάρος και πυξίδα για το πού θέλω να κινηθώ ως καλλιτέχνης. 

Πώς προστατεύεται ένας νέος ηθοποιός από την ταχύτητα με την οποία κατασκευάζει η εποχή μας προσδοκίες και είδωλα; Είναι δύσκολο, χρειάζεται τρομακτική εσωτερική αντίσταση, διαύγεια και πειθαρχεία. Θέλει να βλέπεις τα πράγματα μακροχρόνια και να εστιάζεις στη μεγάλη εικόνα. Να παρατηρείς γύρω σου ταλαντούχους ανθρώπους και να εντοπίζεις πότε μετατρέπονται σε αναλώσιμα προϊόντα. Ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος της εμπορικής επιτυχίας μέσω της τηλεόρασης ή των social media, κάτι που επ’ ουδενί δεν κατακρίνω, αλλά για τον εαυτό μου μπορώ να αποφασίσω αν με αφορά ή όχι. Και social media έχω και στην τηλεόραση παίζω τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Παρ’ όλα, αυτά δεν είναι στόχος μου ούτε οι 100.000 followers, ούτε να γίνω τηλεαστέρας. Με αφορά να πηγαίνω σε δουλειές ενδιαφέρουσες που θα με εξελίξουν και θα μπορώ να πω κάτι μέσα απ’ αυτές- στο θέατρο, στην τηλεόραση, ή οπουδήποτε.

Επίκεντρο του καλλιτεχνικού σου ενδιαφέροντος είναι το θέατρο; Ναι. Κι αν ενίοτε το χάνω, η ζωή μού φέρνει ένα δώρο όπως αυτό του Ίωνα και συνειδητοποιώ ξανά ότι αυτό ήθελα πάντα. 

Ποια πλευρά του εαυτού σου δεν χωρά εύκολα στη δημόσια εικόνα που σχηματίζουν οι άλλοι για σένα; Έχω κι εγώ σαν τον Ίωνα έντονο το στοιχείο της αυτοαναίρεσης και της αμφισβήτησης. Νιώθω ότι κάθε μέρα επαναδιαπραγματεύομαι τι είμαι και τι  θέλω να κάνω. Όμως, διάγουμε την εποχή της εικόνας και της ταμπέλας που δεν επιτρέπει τα πράγματα γύρω μας να είναι ρευστά. Θέλουμε απαντήσεις, να κατατάξουμε τον άλλον. Αυτό καμιά φορά με πνίγει. Νιώθω ότι οι άνθρωποι γύρω μου ζητάνε μια απάντηση την οποία εγώ δεν έχω, ούτε θέλω να δώσω. Ίσως φταίει ότι ανέκαθεν δεν ένιωθα ότι ανήκω κάπου. Στο σχολείο δεν ανήκα στα δημοφιλή παιδιά ούτε στις μεγάλες παρέες. Πάντα είχα την αίσθηση ότι είμαι και δεν είμαι. Ακόμη και στο θέατρο, όταν καμιά φορά βρίσκω πού ανήκω, μετά το χάνω πάλι.

  • INFO Ο Ίων του ΘΟΚ παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο Σχολής Τυφλών 16-18 Ιουλίου, Παττίχειο Αμφιθέατρο Λάρνακας 22 Ιουλίου, Αρχαίο Θέατρο Κουρίου 24 Ιουλίου (77772717, tickets.thoc.org.cy) και στις 28 και 29 Αυγούστου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Ελεύθερα, 21.6.2026