Η πολυετής δικαστική διεκδίκηση δύο γνωστών ηθοποιών, του Σταύρου Λούρα και του Γιώργου Μουαΐμη, για καταβολή υψηλότερων αποζημιώσεων έφθασε στο τέλος της, με το Ανώτατο Δικαστήριο να βάζει οριστική τελεία στη διαμάχη, κρίνοντας ότι τα χρόνια υπηρεσίας τους πριν από το 2003 δεν μπορούν να συνυπολογιστούν για σκοπούς αποζημίωσης και επικυρώνοντας πλήρως την πρωτόδικη απόφαση υπέρ του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου (ΘΟΚ).

Οι εφεσείοντες, Σταύρος Λούρας και Γιώργος Μουαΐμης, είχαν προσληφθεί από τον ΘΟΚ το 1996 και το 2001 αντίστοιχα, με ετήσιες συμβάσεις οι οποίες ανανεώνονταν συνεχώς μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2012, όταν ο Oργανισμός αποφάσισε να μην προχωρήσει σε νέα ανανέωση των συμβολαίων τους.

Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είχε επιδικάσει αποζημίωση ύψους €22.436 στον πρώτο και €19.850 στον δεύτερο για τον τερματισμό της απασχόλησής τους. Οι δύο ηθοποιοί προσέφυγαν στο Ανώτατο, υποστηρίζοντας ότι η υπηρεσία τους έπρεπε να υπολογιστεί από την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψής τους και όχι από το 2003, όταν τέθηκε σε ισχύ ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου Νόμος.

Βασικός τους ισχυρισμός ήταν ότι η συνεχής ανανέωση των συμβάσεων επί σειρά ετών είχε ουσιαστικά μετατρέψει την εργοδότησή τους σε αορίστου χρόνου πολύ πριν από το 2003, γεγονός που, κατά την άποψή τους, θα έπρεπε να οδηγήσει σε σημαντικά υψηλότερες αποζημιώσεις.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, με ομόφωνη απόφαση, απέρριψε τη θέση αυτή. Έκρινε ότι μέχρι την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας το 2003, η εργασιακή σχέση των ηθοποιών με τον ΘΟΚ διέπονταν από τους κανόνες του δημοσίου δικαίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν αναδρομικά οι πρόνοιες που αφορούν τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου διάρκειας.

Στην απόφασή του το Ανώτατο υπογράμμισε ότι ο Νόμος του 2003, ο οποίος ενσωμάτωσε στην κυπριακή έννομη τάξη την ευρωπαϊκή Οδηγία για την εργασία ορισμένου χρόνου, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Ειδικά το άρθρο 7(3) του νόμου προβλέπει ρητά ότι περίοδοι απασχόλησης που προηγήθηκαν της έναρξης ισχύος του δεν λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετατροπής συμβάσεων σε αορίστου χρόνου.

Οι δικαστές σημείωσαν ότι η αλλαγή του νομικού καθεστώτος των συμβασιούχων εργαζομένων στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα επήλθε ακριβώς λόγω της εφαρμογής της ευρωπαϊκής οδηγίας και του εναρμονιστικού νόμου. Μέχρι τότε, η σχέση των συμβασιούχων υπαλλήλων με οργανισμούς δημοσίου δικαίου, όπως ο ΘΟΚ, αντιμετωπιζόταν διαφορετικά από ό,τι στον ιδιωτικό τομέα.

Το Ανώτατο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι η πρωτόδικη απόφαση στερούνταν επαρκούς αιτιολογίας, κρίνοντας ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εξέτασε διεξοδικά όλα τα επίδικα νομικά ζητήματα, παρέπεμψε στη σχετική νομολογία και αιτιολόγησε πλήρως τα συμπεράσματά του.

Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι ορθά οι αποζημιώσεις υπολογίστηκαν μόνο για την περίοδο μετά την εφαρμογή του Νόμου του 2003 και όχι από την αρχική ημερομηνία πρόσληψης των δύο ηθοποιών. Ως αποτέλεσμα, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της, ενώ επιδικάστηκαν έξοδα ύψους €2.400 υπέρ του ΘΟΚ και εναντίον των εφεσειόντων.