Άλλαξε προ πολλού η μεζούρα με την οποία η σύγχρονη δημοσιογραφία μετρά τις ειδήσεις και θα ήταν αφέλεια να περιμένει κανείς ότι τα νέα τοποθετούνται στο ζύγι με την ίδια σειρά που έμπαιναν πριν από μερικά χρόνια και έγερναν πάντα προς την πλευρά με το μεγαλύτερο βάρος.

Το παράπονο δεν στρέφεται κατά του ιντερνετικού τέρατος, το οποίο αποτιμά τα πάντα σε impressions. Ούτε μέμφεται την τηλεοπτική ενημέρωση, η οποία έχει το άλλοθι ότι τρέχει με υψηλές ταχύτητες και αρέσκεται σε εκείνους που θορυβούν και ενίοτε εξευτελίζονται για να κερδίσουν μερικά λεπτά δημοσιότητας. Θα περίμενε όμως κανείς από τις εφημερίδες, οι οποίες ακόμη διατηρούν τα μέτρα και σταθμά που τις κάνει να ξεχωρίζουν από τα Μέσα της ισοπέδωσης, ότι θα αφιέρωναν περισσότερο χώρο για να καταγράψουν την απώλεια ενός τόσο σημαντικού δημιουργού.

Εδώ και δεκαετίες οι ήχοι του Γιάννη Μαρκόπουλου διαπερνούν τον γενετικό μας κώδικα και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, μέσα από χίλια μύρια κύματα, από το βυθό της θάλασσας μέχρι και τις πιο ψηλά βουνά της Ελλάδας. Ούτε μονόστηλο δεν είχαν την ευαισθησία να φιλοξενήσουν κάποιες εφημερίδες για τον μουσουργό που έκτισε με νότες τη γέφυρα που μας κρατά ενωμένους με τις ρίζες μας στο αέναο ταξίδι του χθες με το αύριο, πότε με ριζίτικα μοιρολόγια και άλλοτε με λεβέντικα χορευτικά για τα ατέλειωτα γλέντια, σ’ ένα νοερό σεργιάνι στον κόσμο με οδηγό τον αετό του Ψηλορείτη, που αγναντεύει τον τόπο μας «που είναι είναι κλειστός, όλο βουνά, τώρα που δεν έχουμε έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές, μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές».

Δεν ξέρω αν είναι από αχαριστία, μάλλον από άγνοια είναι, βλέπετε η τεχνητή νοημοσύνη της εποχής μας που όλα τα ξέρει αδυνατεί να υποκαταστήσει τη βιωματική γνώση και μένει εκτεθειμένη έναντι της ιστορικής αλήθειας. Οι αλγόριθμοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αρέσκονται στα θέματα που προσαρμόζονται στο προφίλ των χρηστών και ο Μαρκόπουλος δεν είναι ένα από αυτά. Ποτέ δεν ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι ούτε και με τον θάνατό του, ο οποίος πέρασε στα ψιλά της ενημέρωσης αντί στα πολύ ψηλά της, διότι αυτή προτιμά τα στήθη και τα μπούτια, που τα βάζει στο μπλέντερ της τρέντι επικαιρότητας και τα αλέθει μαζί με τα κουτσομπολιά ώστε να τα κάνει εύπεπτο πολτό για όλους εμάς τους ανώνυμους users, κι ας επιλέγουμε με σιγουριά την ένδειξη «δεν είμαι ρομπότ».

Παραμονές της επετείου που μπήκαν στην πόλη οι οχτροί, τα κρίματα των ανθρώπων που ξενιτεύτηκαν στη φάμπρικα για να ζήσουν την οικογένειά τους, μακριά από τη κυρά μάνα τους, η εκδημία του Μαρκόπουλου χωρίς τη στοιχειώδη δημοσιογραφική κάλυψη που αξίζει, είναι σημάδι της παρακμής που βιώνουμε στην τραλαλά εποχή της ρηχότητας, η οποία ταλαιπωρεί την αισθητική μας και βιάζει τη λογική μας.

Αν ήταν κάποιο από τα κύμβαλα που γυροφέρνουν τα στούντιο για να πουλήσουν πνεύμα και μούρη, οι κουτσομπολίστικες εκπομπές θα ανταγωνίζονταν η μια την άλλη για το ποιός θα κάνει το πιο μεγάλο αφιέρωμα, για τον Μαρκόπουλο, πότε γεννήθηκε, πότε βαφτίστηκε, πότε παντρεύτηκε αλλά κυρίως πότε χώρισε ή γιατί δεν χώρισε, ίνα πληρωθεί το ρηθέν του ποιητή ότι ο τόπος μας δεν είναι μόνο κλειστός, είναι και μικρός, σαν «σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν/σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν».

Μακάριοι οι δάσκαλοι που βρήκαν την ευκαιρία να μνημονεύσουν τον συνθέτη, ζητώντας από τα παιδιά να αφήσουν για λίγο τον κόσμο της εικονικής πραγματικότητας και να τους εξηγήσουν το νόημα κάποιων μοναδικών τραγουδιών, όπως το ανατριχιαστικό «Λέγκω», το αλληγορικό «Θα πάω στη Ζούγκλα με τον Ταρζάν» και το εμβληματικό «Ζαβαρακατρανέμια» με τα ακαταλαβίστικα λόγια. Μπορεί να μην τις αναγνωρίζουν τα keywords της νέας δημοσιογραφίας ούτε τα πλέον προηγμένα προγράμμματα τεχνητής νοημοσύνης, αλλά οι λέξεις αυτές, που έμοιαζαν με κωδικούς κρυφής επικοινωνίας, ήταν μοναδικά ψυχικά δεκανίκια των απελπισμένων γονιών και παπούδων μας, την ώρα της μεγάλης δοκιμασίας, όταν κρεμάστηκαν από τα χείλη (και) ενός Μαρκόπουλου, φωνάζοντας Ίλεος! Iλεος! Ιλεος!