Είναι κοινά αποδεκτό ότι ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης από της αναδείξεως του στην Προεδρία της Δημοκρατίας, σ’ ό,τι αφορά το Κυπριακό, έριξε ιδιαίτερο βάρος στην ενεργότερη εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αυτό, όπως ο ίδιος εξήγησε αρκετές φορές έκτοτε, γιατί η ΕΕ είναι αυτή  που μπορεί να ωθήσει το Κυπριακό προς τα εμπρός και κυρίως να οδηγήσει σε επανέναρξη των συνομιλιών.

Πλησιάζουμε στους τέσσερις μήνες αφότου ο Νίκος Χριστοδουλίδης έχει αναλάβει καθήκοντα Προέδρου της Δημοκρατίας. Η από μέρους κινητικότητα με ζητούμενο την επανέναρξη των συνομιλιών είναι αρκούντως ξεκάθαρη για όσους παρακολουθούν ουσιαστικά και συστηματικά τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Και έχουν δίκαιο όσοι υποστηρίζουν πως αυτή τη στιγμή η μόνη πρόταση που υπάρχει στο τραπέζι με στόχο της επανέναρξη των συνομιλιών είναι αυτή που κατέθεσε η κυπριακή κυβέρνηση για ενεργότερη εμπλοκή της ΕΕ.

Αυτή η πρωτοβουλία, η οποία κατάφερε να κεντρίσει το ενδιαφέρον των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, μεταξύ άλλων, των ηγετών της Γαλλίας και της Γερμανίας, έχει φτάσει σε ένα κομβικό σημείο. Έφτασε εκεί όπου πρέπει να αρχίσουν να φαίνονται τα αποτελέσματα αυτής της πρωτοβουλίας. Και το να υπάρξουν αποτελέσματα έχει σημασία: Πρώτον, στο εξωτερικό θα ερμηνευθεί ότι απέδωσαν και οι δικές τους προσπάθειες και δεν να αμφιβάλλουν ως προς τις προθέσεις της κυπριακής κυβέρνησης. Δεύτερον, η απουσία αποτελέσματος θα οδηγήσει σε απογοήτευση και αδιαφορία.

Ταυτόχρονα, από μια αποτυχία της πρωτοβουλίας του Προέδρου Χριστοδουλίδη, ελλοχεύουν δύο σοβαροί κίνδυνοι: α) να εμφανιστεί η τουρκική πλευρά ως «νικήτρια» προτάσσοντας ακόμα με μεγαλύτερη ένταση την δική της πρόταση περί λύσης δύο κρατών, και β) θα δώσει πάτημα στους διάφορους ξένους να προωθήσουν δικές τους ευφάνταστες ιδέες για άρση του αδιεξόδου.

Τα επόμενα ραντεβού για το Κυπριακό είναι κρίσιμα και έχουν ως πιθανή ημερομηνία λήξης τα τέλη του Σεπτεμβρίου, οπόταν θα ολοκληρωθούν και οι συναντήσεις, που διεξάγονται κάθε χρόνο, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Ενδεχομένως να μην υπάρξει κάτι συνταρακτικό στο τέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θα διεξαχθεί στις Βρυξέλλες σ’ ένα δεκαήμερο περίπου (29-30 Ιουνίου). Οι προοπτικές για κάτι θετικό στο Κυπριακό από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν είναι μεγάλες αλλά πάντα υπάρχουν.

Ελάχιστα αναμένονται από τη σύνοδο του ΝΑΤΟ, στο Βίλνιους της Λιθουανίας, που θα πραγματοποιηθεί στις 11 Ιουλίου. Ακόμα και η δια ζώσης μεταφορά μηνυμάτων προς τον Ερντογά, εκτιμάται ότι δεν θα δώσει κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό και το κέντρο βάρους εκ των πραγμάτων θα πάει στην Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Και εκεί και πάλι ο ΠτΔ είναι υποχρεωμένος να πάρει μα απόφαση.

Το ότι έχει απέναντί της μια αδιάλλακτη Τουρκία, δεν είναι κάτι το άγνωστο για τη Λευκωσία. Η τουρκική αδιαλλαξία πρέπει πλέον να θεωρείται δεδομένη και δεν θα διαφοροποιηθεί. Προτάσσοντας την απαίτηση για αναγνώριση της κυριαρχικής ισότητας η τουρκική πλευρά δείχνει να μην είναι διατεθειμένη να μετακινηθεί απ’ αυτήν μέχρις ότου η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδεχθεί. Αλλά ακόμα κι αν γίνει αποδεκτή η κυριαρχική ισότητας αυτό από μόνο του δεν διασφαλίζει την άμεση επανέναρξη των συνομιλιών

Κι επειδή δεν υπάρχει πιθανότητα ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών ή ο ΟΗΕ στο σύνολό του, να βγει κα να χαιρετίσει τις πρωτοβουλίες του Προέδρου Χριστοδουλίδη, το πιο πιθανό είναι να κινηθεί επί μιας επίπλαστης μέσης γραμμής που δεν θα απεικονίζει την πραγματικότητα. Γι’ αυτό όλες οι κινήσεις του Προέδρου Χριστοδουλίδη θα πρέπει να κινούνται όχι μόνο προς την κατεύθυνση της Ευρώπης για να συμβάλει στο Κυπριακό, αλλά και προς την πλευρά των Ηνωμένων Εθνών.

Ο διορισμός απεσταλμένου για το Κυπριακό είναι το ζητούμενο για τη Λευκωσία τόσο σ’ ότι αφορά Ευρωπαϊκή Ένωση και Ηνωμένα Έθνη. Η ΕΕ έχει στείλει διάφορα μηνύματα προς τη Κύπρο που κινείται στη λογική ότι ο απεσταλμένος θα διοριστεί αφού διορίσει ο ΟΗΕ. Και ο στόχο τους Προέδρου θα πρέπει να είναι ο διορισμός απεσταλμένου από πλευράς Ηνωμένων Εθνών.