Τελικά, είναι αρκετές οι εκατό μέρες για να δείξει έργο μια νέα κυβέρνηση; Αν κρίνουμε από την χθεσινή παρουσίαση του Προέδρου, είναι. Μιλούσε ως να κυβερνά τρία – τέσσερα χρόνια.
Παρότι τα περισσότερα που ακούσαμε ήταν εξαγγελίες και καλές προθέσεις. Στόχοι. Ανασύνταξη του κράτους, διασφάλιση ανθεκτικής και καινοτόμου οικονομίας, στοχευμένη κοινωνική πολιτική, ποιοτικές υπηρεσίες υγείας, διαφύλαξη της εργατικής ειρήνης, επίσπευση του ψηφιακού μετασχηματισμού. Τέτοια. Γενικοί τίτλοι που θυμίζουν προεκλογική.
Φυσικά και υπήρξαν αποφάσεις σημαντικές αυτές τις εκατό μέρες. Αναφέρθηκαν πολλά στη διάσκεψη και δεν πρέπει να μηδενίζονται, ξεχωρίζουν, όπως ξεχωρίζουν και οι υπουργοί που τα προώθησαν.
Όλες οι τελευταίες κυβερνήσεις μας μπήκαν στην παγίδα να έχουν να επιδείξουν έργο τις πρώτες εκατό μέρες για να μπορέσει ο Πρόεδρος να το παρουσιάσει σε μια λαμπρή διάσκεψη Τύπου. Αχρείαστο, ωστόσο. Ανιαρό, μάλιστα. Διότι, ουδείς αναμένει ότι μια κυβέρνηση πενταετίας θα κάνει θαύματα μέσα στους πρώτους τρεις μήνες.
Αναμένεται μόνο να βάλει τις βάσεις για να αρχίσει να παράγεται έργο. Τις βάσεις τις έβαλε με το σχηματισμό του Υπουργικού αυτή η κυβέρνηση και κρίθηκε. Κρίθηκε αυστηρά, διότι το βάρος δόθηκε στις προεκλογικές εξαγγελίες.
Πέρασε, όμως, αυτό. Αλλά, επειδή έγιναν μόδα οι «εκατό μέρες» αναγκάζεται μια νέα κυβέρνηση να δείξει και πράξεις. Το πιο εύκολο είναι οι παροχές. Ακόμα και χθες ανακοίνωσε ο Πρόεδρος αύξηση κατά 5% του επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχων με αναδρομική ισχύ από την 1η Ιουνίου 2023. Η ανάγκη υπάρχει, ασφαλώς, αλλά δημιουργεί ανησυχία το ότι υπάρχει και η ανάγκη μιας νέας κυβέρνησης να παρουσιαστεί ως φιλολαϊκή και να αποφασίζει παροχές γρήγορα – γρήγορα. Είναι όλα κοστολογημένα, έλεγε ο Πρόεδρος όταν ρωτήθηκε. Μακάρι να είναι έτσι, αλλά η βιασύνη δεν παύει να προκαλεί ανησυχία και να είναι απόρροια μιας ανάγκης επικοινωνιακής για τον αχρείαστο απολογισμό των 100 ημερών.
Προσωπικά, αν έχει καμιά σημασία, θα προτιμούσα στην επέτειο των 100 ημερών, να βγει ο Πρόεδρος σε μια διάσκεψη και να ανακοινώσει τις πρώτες διαπιστώσεις του από την πρώτη προσπάθεια διαχείρισης του κράτους. Δεν χρειάζεται να πει ξανά για την ανασύνταξη του κράτους, αυτό να το πει στο τέλος της θητείας του, διότι θα τα χρειαστεί τα πέντε χρόνια για την ελάχιστη ανασύνταξη. Αν γίνει.
Να πει, όμως, τώρα για τα πιο σοβαρά προβλήματα που εντόπισε στην πράξη και ίσως να ανατρέπουν και το προεκλογικό του πρόγραμμα. Να το πει με ειλικρίνεια χωρίς να ανησυχεί ότι θα κατηγορηθεί. Να πει για τα εμπόδια που αντιμετώπισε και, ίσως, με ποιον τρόπο θα τα ξεπεράσει. Στο κάτω – κάτω, ο κρατικός προϋπολογισμός που έχει στη διάθεσή του για να εφαρμόσει το δικό του πρόγραμμα, είναι ο προϋπολογισμός που ετοίμασε η προηγούμενη κυβέρνηση.
Η μόδα απολογισμού των εκατό ημερών, προκαλεί και τις ανάλογες κριτικές. Όπως αυτήν που έλαβε χτες από το ΑΚΕΛ: «Είναι σαφές ότι μέχρι σήμερα ο Νίκος Χριστοδουλίδης αποδείχτηκε κατώτερος των προσδοκιών που είχε καλλιεργήσει προεκλογικά», ανακοίνωσε. Όπως και από τον ΔΗΣΥ, που ενώ σημείωνε ότι δεν «είναι εφικτό να παραχθεί πραγματικό έργο σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα» (των εκατό ημερών, δηλαδή), δεν παρέλειπε να τονίσει ότι «κατά γενική ομολογία κυριαρχεί ένα ευρύτερο μούδιασμα στην κοινωνία λόγω συγκεκριμένων άστοχων ενεργειών και αθέτησης υποσχέσεων».
Επικοινωνιακά παίγνια. Και από την κυβέρνηση και από την αντιπολίτευση. Ενώ τα πραγματικά προβλήματα των πολιτών, η καθημερινότητά τους, όλο και γίνονται βαρύτερα. Για παράδειγμα, «η ανάγκη για παροχή προσιτής στέγασης είναι ένα από τα θέματα που μας απασχολούν έντονα», έλεγε ο Πρόεδρος. Αποτέλεσμα έχουμε; Ούτε που το πλησιάσαμε. Τους απασχολεί όλους, όμως, κυβέρνηση και αντιπολίτευση.
Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να πιστωθεί χωρίς αμφισβήτηση στον Πρόεδρο, είναι ότι αυτές τις πρώτες εκατό μέρες κινήθηκε δραστήρια σε ό,τι αφορά του Κυπριακό. Έστω κι αν κάποιοι διαφωνούν ή και ειρωνεύονται την πρωτοβουλία του για ενεργότερη εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ουσία είναι ότι πέτυχε να υπάρξει κάποια κινητικότητα εκεί που επί έξι χρόνια υπήρχε σκληρή αδράνεια. Ο ίδιος και ο υπουργός Εξωτερικών, είχαν αυτούς τους τρεις μήνες τόσες επαφές για να κινητοποιήσουν μηχανισμούς όσες δεν υπήρξαν ποτέ προηγουμένως σε πολύ μεγαλύτερα διαστήματα.