Ο Μπούλης έφτασε στο νησί στα τέλη της δεκαετίας του 60 με το εμπορικό πλοίο «Καπετάν Μιχάλης» που απέπλευσε από το λιμάνι του Πειραιά. Ταξίδεψε κρυμμένος μέσα σ’ ένα καλάθι με σφουγγάρια Καλύμνου και Χάλκης. Είχε μαζί του νερό, φρυγανιές και τυρί κασέρι. Μετά από δύο μερόνυχτα, το φορτηγό κατέπλευσε στο μικρό μεν αλλά υπερσύγχρονο λιμάνι ενός μεγάλου νησιού, όπου ήταν και ο προορισμός του. Τον βρήκαν στο αμπάρι του πλοίου, ζαλισμένο από το ταξίδι και τη θαλασσοταραχή οι λιμενεργάτες που φώναξαν τη λιμενική αστυνομία, η οποία βρέθηκε επίσης σε αμηχανία αφού πρώτη φορά ερχόταν αντιμέτωπη με περίπτωση λαθρομετανάστη.
Η ανάκριση αποδείχτηκε εξαιρετικά δύσκολη αφού ο Μπούλης ισχυριζόταν πως ήταν Έλληνας, αλλά δεν είχε διαβατήριο ούτε και ταξιδιωτικά έγγραφα που να το αποδεικνύουν.
-Είμ’ Έλληνς τσιγγάνς από Ορχομενό. Χαρτιά δεν έχ’, τη μάνα μου γυρεύ’. Μαρία τη λέν’, πήρ’ άντρ’ Κύπριο καθηγητή και μέν’ εδώ », είπε στην κατάθεσή του, τρώγοντας τα άτονα φωνήεντα στο τέλος των λέξεων.
-Έπιασες μας στο μαϊττάππιν ρε μιτσή; Ποιος Έλληνας, καλαμαράς σιόρ; Αφού εν σου καταλάβουμεν. Πολοήθου να δούμεν, πόθεν είσαι;
Ο Μπούλης έβγαλε τη νύχτα στα κρατητήρια, που ήταν πολύ καλύτερα από το αμπάρι του πλοίου αφού κοιμήθηκε σε κανονικό στρώμα. Το επόμενο πρωί ο επί καθήκοντι τσαούσιης που συγκινήθηκε με την ιστορία για τη χαμένη μάνα, έβαλε να την αναζητήσουν. Εν τω μεταξύ ήρθαν οι δημοσιογράφοι, διψώντας για ένα πρωτότυπο ρεπορτάζ και οι εφημερίδες το έκαναν πρωτοσέλιδο.
«Λαθρομετανάστης στο αμπάρι πλοίου εκ Πειραιώς», κάτι που έγινε το θέμα της ημέρας στα γραφεία, στα καφενεία και στις απογευματινές γυναικείες συνάξεις.
-Τζι αν εν κατάσκοπος των Τούρκων τζαι λαλεί πως εν δικός μας;
Έλεγαν οι εθνικόφρονες.
-Να μέν’ εν τζαι κανένας πράκτορας της CIA.
Φοβούνταν οι αριστεροί.
Στη μικρή νησιώτικη πόλη, όπου λίγο πολύ όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, δεν χρειάστηκε να πάνε μακριά τα λαγωνικά, παίρνοντας πληροφορίες από τα καφενεία και τους συλλόγους. Εξάλλου υπήρχαν μόνο τρεις-τέσσερις περιπτώσεις καθηγητών που ήταν παντρεμένοι με Μαρία-καλαμαρού, έτσι εντόπισαν τη μητέρα του Μπούλη, με την οποίαν αυτός αντάμωσε μετά από χρόνια αποχωρισμού αφού ο πατέρας του τού είχε απαγορεύσει κάθε επαφή μαζί της.
Ο Μπούλης δεν ξαναμπήκε έκτοτε σε καράβι ούτε ξανάφυγε από το νησί ενώ υπηρέτησε και στην εθνική φρουρά, δεχόμενος πολύ bullying από φαντάρους αλλά και αξιωματικούς, τόσο για το σκούρο χρώμα του, όσο και για την προφορά του. Πολέμησε μάλιστα κατά την τουρκική εισβολή. Τις Κυριακές κατέβαινε στο λιμάνι, παρακολουθώντας την κίνηση των εμπορικών πλοίων που τα τραβούσε αργά ένα ρυμουλκό καθώς και των εμπορευματοκιβωτίων που φορτώνονταν και ξεφορτώνονταν από γιγάντιους γερανούς. Έπαιρνε εκεί και τα παιδιά και αργότερα τα εγγόνια του που γελούσαν κάθε φορά με τη δική του ιστορία, η οποία έμοιαζε με αυτήν του Μωυσή που τον βρήκαν μέσα σ’ ένα καλάθι.
Θυμόταν το λιμάνι του Πειραιά που έσφυζε από ζωή με τα επιβατικά και φορτηγά πλοία του και τραγουδούσε «Κάτω στον Πειραιά στο μουράγιο, είπα να σκοτωθώ μα τον άγιο, μα έκανα υπομονή και κουράγιο κι ήρθα κρυφά τον παλιό μου καημό να σου πω…». Εδώ, πολύ αραιά ελλιμενίζεται ένα κρουαζιερόπλοιο το οποίο φτάνει φωτισμένο με μουσικές και κόσμο στην πλώρη. Οι εκατοντάδες ταξιδιώτες ανεβαίνουν σε πούλμαν για μονοήμερες εκδρομές. Κάποιοι επιλέγουν το βουνό, άλλοι παραλίες, αρχαιολογικούς χώρους ή βυζαντινές εκκλησίες και μοναστήρια, ή ακόμη τους δρόμους της κουμανταρίας και του κρασιού.
Οι λίγοι ταξιδιώτες που θέλουν να εξερευνήσουν από μόνοι τους την πόλη περιφέρονται μες στο λιοπύρι γύρω από το λιμάνι που μοιάζει με έρημη χώρα, χωρίς καφενεία, ταβερνάκια ή μαγαζάκια, όπως συμβαίνει σε άλλα λιμάνια. Ρωτούν, αν βρουν, κάποιον περαστικό για το πού μπορούν να πάνε για φαγητό κι αυτός, ως συνήθως, τους στέλνει στο κοντινό Mall, «food, drinks, shopping, ice-skating, everything” ή στη μαρίνα. Φαγητό και καφές από πολυεθνικές αλυσίδες φαγοποτίων, ρούχα και αρώματα, εισαγόμενα κι αυτά. Τίποτα με τοπικό χρώμα ή γεύση. Και αναμφίβολα οι τουρίστες δεν ήρθαν στο νησί για να κάνουν πατινάζ στον πάγο!
Πιάνοντας το σούρουπο τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του, αντικρύζει το νέο πολυτελές φωταγωγημένο ξενοδοχείο-καζίνο, που θα αποτελέσει πόλο έλξης για μια αλλιώτικη κατηγορία τουριστών αλλά και ντόπιων. Τριγύρω περιφέρονται, μες στη ζέστη και τη σκόνη, μετανάστες από αφρικανικές και αραβικές χώρες που αγναντεύουν τη θάλασσα. Κάπου στις γύρω στεριές βρίσκεται η δική τους πατρίδα που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν για λόγους επιβίωσης. Φιλοξενούνται προσωρινά σε καταυλισμούς ή κάνουν καταλείψεις εγκαταλελειμμένων σπιτιών, περιμένοντας προσφυγικό άσυλο ή το πράσινο φως για να κατευθυνθούν προς μια άλλη, άγνωστη ευρωπαϊκή χώρα, σε αναζήτηση μιας νέας πατρίδας.
«Κάθε λιμάνι και καημός, κάθε καημός και δάκρυ κι είναι η ζωή του καθενός θάλασσα δίχως άκρη».
dena.toumazi@gmail.com
ΛΕΖΑΝΤΑ
Ανδρέας Παρασκευά, ζωγραφικό έργο Αυτοί που μένουν πίσω