Ειλικρινά δεν ξέρω εάν σώζεται η κατάσταση. Το μίγμα τής εκτροπής ηθών και αξιών έχει απλωθεί σε ένα κομμάτι του πληθυσμού, που, αν και σχετικά μικρό ακόμα (ελπίζω!), έχει όλα τα μη επιθυμητά εχέγγυα να χειροτερέψει ακόμα πιο πολύ.

Εύκολο είναι να παρηγορηθούμε ότι τα φαινόμενα σαπίλας που εκδηλώνονται σε πολλά επίπεδα, όχι μόνο σε κτηνώδεις πράξεις εναντίον ανθρώπων που δεν έχουν στη ζωή έστω ελάχιστα από τα καλά που απολαμβάνουμε εμείς, περιορίζονται σε ένα μικρό σύνολο πολιτών οι οποίοι δεν εκπροσωπούν τους υπολοίπους. Προσωπικά δεν συμμερίζομαι αυτή την «θεωρία της μειοψηφίας». Ακούω και διαβάζω πολλά καταδικαστικά σχόλια για αυτούς που επιτέθηκαν εναντίον ξένων. Αλλά αρκετά από αυτά συνοδεύονται και από τα γνωστά «ναι, όμως». Που αυτά κι αν μου φέρνουν τρόμο και απέχθεια. Ελαφρυντικά δεν υπάρχουν σε φασιστικές επιθέσεις σαν και αυτές που συνέβησαν αρχικά στην Πάφο και εν συνεχεία στην Λεμεσό.

Η επίκληση «της ασφάλειας της οικογένειάς μου» και μάλιστα από πρώην κυβερνητικό στέλεχος και νυν κομματικό αξιωματούχο, δεν νομίζω ότι έχει καταλάβει ακόμα ο ίδιος πόσο επικίνδυνα είναι αυτά που λέει.

Δεν υποτιμά κανείς την σοβαρότητα του μεταναστευτικού προβλήματος. Και σίγουρα έχουν υπάρξει παραβατικές ενέργειες και συμπεριφορές. Εάν ένας ενεργός (;) όμως πολιτικός, βγαίνει φόρα-παρτίδα και δηλώνει ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει και δεν τον νοιάζει αν τον πούμε ρατσιστή και ξενοφοβικό, σκεφθείτε τι μηνύματα στέλνει προς τους πολίτες, που καθήκον του είναι να σβήνει φωτιές αντί να ανάβει.

Τέτοιοι πολιτικοί να μας λείπουν. Να πάνε σπίτια τους εάν, αντί για λύσεις (που ναι, δεν είναι πάντα εύκολες) έχουν να σπείρουν μόνο λόγο χουλιγκανικό. Λόγο που δεν βοηθά σε πολιτείες που θέλουν να λέγονταιι και να είναι δημοκρατικές.
Προσπαθώντας να καταλάβω τι υπάρχει μέσα στο μυαλό αυτών των ανθρώπων, από απόψεως στερέωσης μιας δημοκρατικής κοινωνίας, καταλήγω στην αυθαίρετη υπόθεση ότι τα συστατικά που λείπουν είναι αυτά της λογικής και του ανθρωπισμού, ενώ εκείνα που περισσεύουν έχουν να κάνουν με βαθιά αμορφωσιά (δεν μιλάω για πτυχία, αλλά για κατάρτιση πνευματική) τεράστιο εγωισμό και εμπεδωμένη πια διαφθορά.

Ένας τόπος όπου πολλοί λάτρεψαν τους Ρώσους και συντάχθηκαν με τον Πούτιν στην εισβολή του στην Ουκρανία, επειδή «οι Ρώσοι μας αφήνουν πολλά λεφτά», δεν βλέπω πώς μπορεί να έχει μέλλον.
Ένας τόπος που βλέπει να έχουν εγκατασταθεί στο κατεχόμενο μέρος του πέραν των 50.000 Ρώσων πολιτών, πώς μπορεί να πείσει ότι τον φοβίζουν και τον ανησυχούν 50, 100, 1.000 μετανάστες από το Μπαγκλαντές, την Συρία, απ’ οπουδήποτε;

Η διάβρωση ενός μέρους της κοινωνίας (το χειρότερο κομμάτι της οποίας είναι εκείνο που ψηφίζει δημοκρατικά κόμματα αλλά ταυτόχρονα βρίσκει δίκιο στα ακροδεξιά και εθνικιστικά) άρχισε να θέτει σε κίνδυνο τα ίδια τα θεμέλειά της.

Όταν πρωτοήρθα, θυμάμαι στην Κύπρο, παιδί 15 χρονών ήμουν, και δεν ήξερα παρά ελάχιστα για αυτήν, γέμισε η ψυχή μου αγάπη που άκουγα συνέχεια τη λέξη «κοπιάστε». Από αγνώστους!

Ήταν ανοιχτά τα σπίτια και οι ψυχές τους. Είχαν πολύ λιγότερα απ’ όσα έχουμε σήμερα, αλλά τα μοιράζονταν με χαρά. Και θυμάμαι, έχοντας βρεθεί μια φορά στο λιμάνι της Λεμεσού, και σμίγοντας με εργάτες από το Λίβανο, που φόρτωναν χαρούπια στα πλοιάρια, οι ιδιοκτήτες και οι καπεταναίοι κάθονταν μαζί τους για να φάνε λίγα όσπρια και να πιούν λίγη κουμανταρία.
Πού πήγε αυτή η Κύπρος; Πώς έγινε το «κοπιάστε», «ασιχτίρ»;