Όσοι ασχολούνται στοιχειωδώς με την επικαιρότητα θα θυμούνται ότι ένα από τα χαρακτηριστικά στιγμιότυπα των προεδρικών εκλογών του Φεβρουαρίου ήταν η βεβαιότητα του βουλευτή του ΔΗΣΥ Ευθύμιου Δίπλαρου, ότι ο Αβέρωφ Νεοφύτου θα έκοβε πρώτος το νήμα στον πρώτο γύρο. Είναι νωπό στη μνήμη το τηλεοπτικό στιγμιότυπο στο στούντιο του Αlpha, με τον κ. Δίπλαρο να βάζει στοίχημα με τη δημοσιογράφο Κάτια Σάββα, και μάλιστα να υπερθεματίζει.
Έχουν περάσει επτά μήνες από τότε και όσα ακολούθησαν είναι γνωστά: Ο Νίκος Χριστοδουλίδης κέρδισε τις εκλογές, ο Αβέρωφ Νεοφύτου παρέδωσε την κομματική σκυτάλη, και ο Ευθύμιος Δίπλαρος, ο οποίος στο μεταξύ έχασε το στοίχημα, από αντιπρόεδρος του κόμματος έγινε αναπληρωτής πρόεδρος.
Σε πρόσφατη συνέντευξη στην «Καθημερινή», ο κ. Δίπλαρος ερωτήθηκε από τη δημοσιογράφο Οριάνα Παπαντωνίου εάν έγινε συζήτηση εντός του ΔΗΣΥ, για «τυχόν λανθασμένους χειρισμούς, αποφάσεις και ευθύνες που οδήγησαν στην ήττα του κόμματος». Η απάντηση του κ. Δίπλαρου έχει ως εξής: «Θα είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί σας και με τους αναγνώστες σας. Εκ του αποτελέσματος των προεδρικών εκλογών φάνηκε ότι είχαμε χάσει τις εκλογές πριν πάμε στην κάλπη. Και αυτό, που ήταν ένα από τα μεγάλα μας λάθη, το γνώριζαν λίγοι. Όσοι είχαν πρόσβαση σε σχετικές δημοσκοπήσεις που γίνονταν εκείνη την εποχή. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός θα είναι ξανά πρώτος, με οδηγό τη βάση του και την κοινωνία την ίδια».
Με την απάντησή του ο Ευθύμιος Δίπλαρος ομολογεί αυτό που ήταν γνωστό σε όλους, ότι δηλαδή ο κ. Νεοφύτου εκκινούσε από πολύ χαμηλά στις δημοσκοπήσεις και οι δυνατότητές του ήταν εξαιρετικά χαμηλές. Η διαπίστωση αυτή δεν ήταν μυστική. Ηταν ένα από τα κυρίαρχα ζητήματα της εκστρατείας του Αβέρωφ Νεοφύτου, ο οποίος μπήκε πρώτος στην προεκλογική κούρσα έχοντας την λογική πεποίθηση ότι μόνον με αυτό τον τρόπο θα είχε πιθανότητες ανατροπής των δημοσκοπικών δεδομένων. Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι δεν τα κατάφερε.
Όλα αυτά ήταν γνωστά εκείνη την εποχή στην ηγεσία του ΔΗΣΥ, περιλαμβανομένου και του κυρίου Δίπλαρου, ο οποίος με την απάντησή του αγγίζει την ουσία του ζητήματος αλλά δεν τοποθετεί τον εαυτό του στη διαχείρισή του. Μάλλον τον θέτει εκτός.
Όντας αξιωματούχος του κόμματος προφανώς ήταν ανάμεσα σε «όσους είχαν πρόσβαση σε σχετικές δημοσκοπήσεις που γίνονταν εκείνη την εποχή». Άρα, την ώρα που πήγαινε στην κάλπη και γνώριζε ότι οι εκλογές ήταν χαμένες, στοιχημάτιζε από τηλεοράσεως για την πρόκριση στον δεύτερο γύρο και (ακόμη χειρότερα) ήταν βέβαιος και για την πρωτιά.
Αντιλαμβανόμαστε ότι σε μια προεκλογική περίοδο κανένας πολιτικός δεν πρόκειται να παραδεχθεί δημοσίως ότι πάει για να χάσει. Κανένας όμως δεν υποχρέωνε τον κ. Δίπλαρο να είναι βασιλικότερος του βασιλέως και μάλιστα να βάζει στοιχήματα ενώπιον της απαιτητικής έως αδίστακτης τηλεοπτικής κάμερας.
Τι να υποθέσουμε, λοιπόν; Ότι ψευδόταν συνειδητά; Ότι το έκανε από κομματική υποχρέωση; Ή από αφέλεια; Τίποτα από όλα αυτά δεν υιοθετούμε και θα αποφύγουμε να διολισθήσουμε σε τέτοιου είδους κρίσεις γιατί δεν μας αφορά. Στόχος του κειμένου είναι να καυτηριάσει το χούι που έχουν τα κόμματα, μηδενός εξαιρουμένου, να αποφεύγουν την πραγματική συζήτηση και κριτική μετά από μια ήττα. Να δουν τι πήγε λάθος και να το διορθώσουν. Συνήθως μας ρίχνουν ένα επιτηδευμένο σημάδι δήθεν αυτοκριτικής του τύπου «πήραμε το μήνυμα» μαζί με ένα σύνθημα του ύψους και του βάθους (πχ ο «Δημοκρατικός Συναγερμός θα είναι ξανά πρώτος, με οδηγό τη βάση του και την κοινωνία την ίδια»), μέχρι τις επόμενες εκλογές. Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα κόμματα, σχεδόν όλα. Ελάχιστοι είναι οι πολιτικοί που παραδέχονται την ήττα και αναζητούν τα αίτιά της.
Το ζήτημα δεν είναι προσωπικό με τον κ. Δίπλαρο. Το καταγράφουμε όμως γιατί ειδικά από ένα πολιτικό που πέρασε από τη δημοσιογραφία θα αναμέναμε ότι θα ήταν περισσότερο ακριβής σε αυτά που λέει και λιγότερο απόλυτος σε αυτά που πρεσβεύει. Όπως πολύ καλά γνωρίζει, το αρχείο των εφημερίδων αλλά ειδικότερα το youtube, είναι γεμάτα από γκάφες, συνήθως πολιτικών και δημοσιογράφων (ή δημοσιογράφων που έγιναν πολιτικοί), οι οποίοι παραβίασαν ένα βασικό κανόνα της ίδιας της ζωής: Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Ειδικά τα μεγάλα.