… άρα, και της πολιτικής. Αναφέρομαι κυρίως στην Κύπρο και στην Ελλάδα, αν και υπάρχουν συναφή παραδείγματα κι αλλού.

Παλιότερα, το ερώτημα ήταν «γιατί δεν μπαίνουν νέοι άνθρωποι στην πολιτική;». Τώρα, αντικαταστήστε απλά το «νέοι» με το «αξιόλογοι». Ποιοτικό είναι το θέμα μας, όχι ηλικιακό.

Το τελευταίο έχει, και αποκτά περισσότερη σημασία όταν ένας άνθρωπος που ενδιαφέρεται να μπεί και να κάνει καριέρα σε αυτόν τον χώρο, αναρωτηθεί «αξίζει να το κάνω ;».

Η προσφορά στον τόπο είναι μια εύκολη και αυτονόητη απάντηση. Όμως, επειδή το έχουμε παρακάνει στις συναισθηματικές κοινωνίες μας με έννοιες σαν «λειτούργημα», επαινώντας δηλαδή τον εαυτό μας προτού κάν προσφέρουμε το παραμικρό, καλό είναι να το δούμε το πράγμα λίγο πιο «ψυχρά», δηλαδή καθαρά ρεαλιστικά.

Ευθέως, οι νέοι και ικανοί άνθρωποι δεν μπαίνουν στην πολιτική διότι (1) δεν τους εμπνέει το τωρινό τοπίο, (2) δεν τους έβαλε ποτέ στην διαδικασία να σκεφτούν την «περιγραφή εργασίας» (αγγλιστί, job description), (3) ελάχιστα είναι τα παραδείγματα επιβράβευσης και ανταποδοτικότητας, (4)φτωχά τα δείγματα που κρίνονται ως επιτυχημένα, και (5) δεν συμφέρει οικονομικά, παρά μόνο εάν είσαι ήδη εύπορος, ή έχεις ροπή προς την παρανομία και τον παράνομο πλουτισμό.

Πριν από μερικούς μήνες βρέθηκα στο καταξιωμένο διεθνώς Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, να συζητώ σε ένα τραπέζι με μια παρέα Ελλήνων που κάνουν λαμπρή καριέρα στο εξωτερικό στον ιδιωτικό φορέα, κυρίως. Οι τρεις από αυτούς έχουν έντονο ενδιαφέρον για την πολιτική. Από τα φοιτητικά τους χρόνια στην Ελλάδα γράφτηκαν σε κόμματα, συγκεκριμένα σε δύο.

Είχαν μεγάλο ενδιαφέρον για την πολιτική, και είχαν την ίδια με μένα άποψη ότι είναι «ένα πολύ σημαντικό, αλλά και συναρπαστικό επάγγελμα». Όπως και εκείνα του δασκάλου, του ιατρού, του γεωργού, του δικαστή, του πιλότου, του διαφημιστή, που στο δικό μου το σύμπαν είναι επίσης «λειτουργήματα»!

Ο λόγος που δεν ακλούθησαν αυτόν, τον δρόμο της καρδιάς τους, είναι ότι αυτή η δουλειά, του πολιτικού, στα grassroots της, δηλαδή στην βάση της καθημερινής εργασίας, δεν πληρώνεται καλά. Στο κόμμα, ή μπαίνεις εθελοντικά ή, αν προσλαμβάνεσαι με πλήρη απασχόληση, παίρνεις φυστίκια. Χίλια διακόσια ευρώ ήταν ο μικτός μισθός που έπαιρναν οι δύο φίλοι. Που, θυμίζω, ήταν τοπ επιστήμονες, φωτεινά μυαλά, και λαμπροί χαρακτήρες.

Τελικά, έφυγαν. Ο ένας είναι σήμερα υψηλόβαθμο στέλεχος τράπεζας στις Βρυξέλλες. Κι ο άλλος διδάσκει πολιτικές επιστήμες σε πανεπιστήμιο της Ολλανδίας.

Στην Κύπρο και στην Ελλάδα – με λιγες εξαιρέσεις – το ρόστερ των κομμάτων συμπληρώνεται από άτομα τα οποία «έχουν άκρες», και προφανώς θέλουν να αποκτήσουν περισσότερες. Εάν περνούσαν από τέστ ποιοτικής αξιολόγησης κάθε 2 χρόνια, οι περισσότεροι θα ήταν αλλού. Όχι, πάντως, στην πολιτική.

Η πλήρης απασχόληση, με όρους κανονικού επαγγέλματος, τουλάχιστον σε διοικητικό επίπεδο, θα αναβάθμισε την πολιτική σε σημείο που να μην οργιάζουν οι τυχάρπαστοι, διαπλεκόμενοι, και αργόσχολοι.

Θα το ξαναπώ: Η πολιτική είναι full-time δουλειά εάν θέλεις να μπεις σε κάποιο κόμμα και να προσφέρεις τις γνώσεις και τις ιδέες σου.

Σε μία χώρα όμως – και εδώ αναφέρομαι συγκεκριμένα στην Κύπρο – όπου μερικοί από τους πιο σημαντικούς θεσμούς της δίδονται (από τον εκάστοτε αρχηγό του κράτους, μόνο με προσωπική αξιολόγηση/προτίμηση), εφ’ όρου ζωής (δηλαδή μέχρις συνταξιοδότησης, ποινική εκτροπής ή και θάνατο), πώς να εμπιστευθεί ένας νέος άνθρωπος μια τέτοια πολιτική τάξη πραγμάτων.

Το «για πάντα» ισχύει και σε πολλούς άλλους τομείς της δημόσιας αλλά και ιδιωτικής ζωής.

ΥΓ. Εδώ στην Ελλάδα, βιώνουμε το φαινόμενο του τυφώνα-Κασσελάκη, που σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση είναι στήθος-με-στήθος στην μάχη για την Προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ με την Εφη Αχτσιόγλου – σήμερα είναι η πρώτη εκλογή. Πέρα από τις επαγγελματικές τους επιτυχίες και δυνατότητες, ο Κασελάκης ήρθε από το πουθενά, χωρίς βάση πολιτικής σκέψης και λειτουργίας, και δεν αποκλείεται να γίνει αρχηγός. Τα παιδιά που γνώρισα στους Δελφούς, τους τρώνε για μπρέκφαστ κάτι τύπους που πέφτουν στο πολιτικό στερέωμα σαν διάττοντες αστέρες. Έχουμε και στην Κύπρο τέτοια δείγματα…

Στέκομαι περισσότερο στο «προϊον».