Μπορεί η θεία Μαρούλα να έχει περάσει τα ενενήντα της χρόνια, αλλά όπως και οι άγγελοι δεν έχει ηλικία. Το πρόσωπό της παραμένει παιδικό, αφράτο με τις ρυτίδες να σβήνουν μες στο χαμόγελο χαράς και αθωότητας την ώρα που μας υποδέχεται, μας φιλά και μας λέει πόσο χαίρεται που μας βλέπει. Η αγκαλιά της μετουσιώνεται σε «θεία κοινωνία» τη στιγμή που σμίγουν για λίγο τα σώματά μας, νιώθοντας πληρότητα, όπως τότε που ήμασταν παιδιά και ο κόσμος μάς περιέκλειε και μας αγκάλιαζε με αγάπη και ασφάλεια.
Η σωματική μνήμη ξυπνά, παραπέμποντας στη βρεφική ηλικία τότε που ακόμη τίποτε δεν ήταν γραμμένο ή ειπωμένο. Πριν τον λόγο και τη λογική, όταν το βρέφος γεύεται το πρώτο γάλα διανύοντας μια περίοδο ευδαιμονίας και αγαλλίασης στην αγκαλιά της μάνας ή άλλων προσώπων που το αγαπούν και το νοιάζονται. Νιώθει τον κάθε παλμό, τον κάθε κραδασμό του σύμπαντος, καταγράφοντας τα πάντα στην κυτταρική του μνήμη.
Αρχοντική φυσιογνωμία η θεία με τα ξανθά μαλλιά, που ακόμη και τα τώρα που άσπρισαν διατηρούν κάποιες χρυσαφιές ανταύγειες, κάτι από στάχια του καλοκαιριού ενώ τα μάγουλά της παραμένουν ροδοκόκκινα. Μπορεί τα πόδια της με δυσκολία να τη σηκώνουν, αυτά τα πόδια που διέσχιζαν αμπέλια, ελαιώνες, ρεματιές και βοσκοτόπια για σχεδόν ένα αιώνα. Καθισμένη στην ψηλή της πολυθρόνα, παραμένει η δέσποινα του σπιτιού, δίνοντας οδηγίες στις κόρες της για τον καφέ και τα τραταρίσματα.
Θέλει να μας περιποιηθούν όπως άλλοτε το έκανε η ίδια. Τότε που ζύμωνε και έψηνε γλυκά, μαγείρευε και οι μυρωδιές έφταναν ως το σπίτι της γιαγιάς μου στην άλλη άκρη του χωριού σαν φίλτρα μαγικά. Κι ακουγόταν η ηχώ της φωνής της που μας καλούσε «Ελάτε το δείλις να ποοοομορίσουμε, ψήνωωω κουλλουράααακιαααα» και αντιλαλούσε το χωριό με «όμικρο» και «ωμέγα» και «ου» και με πολλά άλφα.
Αφού χήρεψε και βάρεσε, μετακόμισε στην πόλη κοντά στις κόρες της. Στο νέο της σπίτι φύτεψε φυτά και γλάστρες να της θυμίζουν την άλλη αυλή. Ο ήλιος δύει πίσω από τις πολυκατοικίες, της λείπει η ανατολή και η δύση πίσω από τα γνώριμα της βουνά, το σπίτι της, οι συγχωριανοί της, η εκκλησία και τα καλντερίμια. Ο αέρας της πόλης δεν είναι ο ίδιος και οι καμπάνες των εκκλησιών έχουν αλλιώτικο ήχο.
Ένας-ένας έφυγαν από τη ζωή οι συγγενείς και οι χωριανοί, έτσι όπως φεύγουν τα χρόνια, όπως έφυγε πρόωρα και ο εγγονός της, ο Δημήτρης. Θα γιόρταζαν τη γιορτή του τέτοια μέρα, τον καμάρωναν να παρελαύνει την 28η Οκτωβρίου κι έπειτα όταν αποφοίτησε από τις σπουδές του, με πτυχία στη λογιστική, στα χρηματοοικονομικά κι άλλο δίπλωμα στα ναυτιλιακά. Δεν σταματούσε ο Δημήτρης. Χαρές και στους αρραβώνες του, αλλά οι γάμοι δεν έγιναν ποτέ αφού τον κτύπησε η ανίατη ασθένεια, αυτή που ακόμη οι άνθρωποι φοβόμαστε να κατονομάσουμε, πιστεύοντας ενδόμυχα πως έτσι ξορκίζουμε το κακό. Γυρίζουμε την πλάτη στην αρρώστια και στον θάνατο ενώ είναι κι αυτά μέρος της ζωής μας, που είναι γεμάτη με απώλειες. Κάποιοι τις ονομάζουν «θέλημα θεού» και άλλοι «τραγική μοίρα». Γιατί να θέλει άλλωστε ο Θεός να πάρει κοντά του ένα παιδί ή ένα νέο που με όνειρα και προσμονή αρχίζει τη ζωή του;
Αναπάντητα ερωτήματα που ούτε οι φιλόσοφοι, ούτε οι θεολόγοι μπόρεσαν ποτέ να λύσουν, δίνοντάς μας μάλλον συγκαταβατικές παρά ικανοποιητικές απαντήσεις. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα βλέπουμε τους πιστούς να κρεμάνε τάματα στους ναούς, να ανάβουν λυχνίες και κεριά, να κάνουν σπονδές, εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στους ιερείς, μεσάζοντες και μεσολαβητές προς το Θείο. Ψάχνουμε στα ουράνια και στο επέκεινα, παραλείποντας όμως να το αφουγκραστούμε μέσα μας.
Ο Δημήτρης που έφυγε νωρίς από τούτο τον κόσμο, ζει κάθε πρωί στις προσευχές της μητέρας και της γιαγιάς του. Είναι μαζί μας αυτό το δειλινό που καθόμαστε κύκλο και πίνουμε καφέ. Η απουσία του μια παντοτινή φωτεινή παρουσία, που δίνει νόημα στην κάθε μέρα που ξημερώνει για τους γονείς του.
Όσο θυμόμαστε και αγαπούμε κάποιον, αυτός υπάρχει. Τις μοναχικές ώρες που η Ηρούλα ζωγραφίζει στον καμβά αγίους και αγγέλους, είναι ο Δημήτρης που τη συντροφεύει και της δίνει δύναμη να λέει «δόξα σοι ο θεός». Με την αδελφή της τη Δώρα φροντίζουν τη μητέρα τους, μετουσιώνοντας την απουσία του σε αγάπη προς τη ζωή και τους γύρω της. Χωρίς παράπονο και μεμψιμοιρίες.
Η θεία κρατά στα δυο της χέρια ένα άγγελο Χριστουγέννων, δώρο από τις ανιψιές της. «Μα ίντα όμορφος που ένει» λέει απαγγέλλοντας μια προσευχή, ενώ λάμπουν τα γαλάζια της μάτια, την ώρα που στον φθινοπωρινό ουρανό ανεβαίνει το ολόγιομο φεγγάρι του Οκτωβρίου. «Δοξάζω τον Πλάστη μου, αύριο ξημερώνει μεγάλη μέρα, η 28η Οκτωβρίου» μας ανακοινώνει με χαρά η φεγγαρόφωτη θεία.
Καλό μήνα με διάφανο φθινοπωρινό φως!
dena.toumazi@gmail.com