Κάποιος συνάδελφος, Αντρέας Στασίνος, γράφει στο Protagon: «Μας κλέβουν εν ψυχρώ, πιάστε τους». Κι αναφέρεται στις τιμές των τροφίμων και των άλλων προϊόντων καθημερινής χρήσης. Γράφει μάλιστα πως στα ράφια των υπεραγορών θα πρέπει πια να τοποθετηθούν αστυνομικές κορδέλες με την επιγραφή «crime scene» (σκηνή εγκλήματος).
Και έχει απόλυτο δίκαιο. Δεν χρειάζεται εξειδικευμένη έρευνα για να διαπιστωθεί. Μια απλή επίσκεψη σε κάποια αγορά είναι ενδεικτική. Κι είναι άξιο απορίας πως γίνεται χώρες όπως το Λουξεμβούργο, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Ιταλία, η Φινλανδία, να έχουν χαμηλότερο δείκτη πληθωρισμού από ότι η Κύπρος. Πως γίνεται το Λουξεμβούργο να είχε τον Οκτώβριο δείκτη 2.1 κι η Κύπρος 3.3; Προφανώς σε κάποιες χώρες υπάρχει έλεγχος, αλλά υπάρχει κι αντίδραση από τους ίδιους τους καταναλωτές κι ο ανταγωνισμός λειτουργεί, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε μικρές αγορές όπου είναι εύκολο οι τιμές να συμφωνούνται ώστε όλοι να κερδίζουν χωρίς να αφήνονται επιλογές στους καταναλωτές.
Ένα ενδεικτικό παράδειγμα της αισχροκέρδειας που χαρακτηρίζει την κυπριακή αγορά είναι η τιμή του λαδιού. Ελαιοπαραγωγικές χώρες όπως η Ισπανία, η Ελλάδα και η Ιταλία, που πλήγηκαν από τις καιρικές συνθήκες αλλά και τις πυρκαγιές του καλοκαιριού, δεν θα έχουν φέτος αρκετή παραγωγή ελιών με αποτέλεσμα η τιμή του λαδιού να φτάσει την τιμή της σαμπάνιας. Το άκουσαν κι οι Κύπριοι έμποροι και παραγωγοί (που δεν αντιμετώπισαν τις ίδιες συνθήκες) και πριν ακόμα γίνει η συλλογή των καρπών, έβγαλαν από τις αποθήκες ότι είχαν και δεν είχαν από τις προηγούμενες χρονιές και το πωλούν όντως σε τιμές σαμπάνιας. Κι όσοι δεν μπορούν να το αγοράσουν, έχουν ως εναλλακτική ένα μείγμα που μοιάζει με λάδι, αλλά αν διαβάσει κάποιος προσεκτικά τα μικρά γράμματα της ετικέτας θα μάθει πως το μείγμα περιέχει μία μόνο μικρή ποσότητα ελαιόλαδου και τα υπόλοιπα είναι άλλα είδη λαδιού και υγρών καθώς και χρωστικές ουσίες Ε. Στη γη του χρυσοπράσινου φύλλου.
Κι αυτό δεν αφορά τους εμπόρους και τις υπεραγορές. Ακόμα και παραγωγοί που πωλούν από χέρι σε χέρι, απευθείας στον πελάτη, συμπεριφέρονται ως μαυραγορίτες που βρήκαν ευκαιρία, όχι μόνο να ξεφορτωθούν την περσινή σοδιά που υπό άλλες συνθήκες θα έμενε αδιάθετη, αλλά και να την μοσχοπουλήσουν. Οι ίδιοι όμως, όταν βρεθούν μπροστά στα ράφια της υπεραγοράς ως καταναλωτές, βρίζουν για την αισχροκέρδεια. Η οποία αισχροκέρδεια όμως είναι ένας φαύλος κύκλος που περικλείει τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις ολονών μας. Αυτήν του μικρού καλλιεργητή που δεν πλήρωσε ποτέ φόρο για το έξτρα εισόδημα που έχει από τις απευθείας πωλήσεις, κι αυτήν του μεγαλέμπορα. Στη μέση ο καταναλωτής, που πρέπει να μάθει να αντιστέκεται και να τιμωρεί, όσο μπορεί.