Το ερώτημα που πάντα μένει μετέωρο (σκόπιμα τις πιο πολλές φορές) σε περιπτώσεις δύσκολες, αναμφισβήτητα, όπως είναι ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και ο πόλεμος Ισραήλ–Χαμάς, είναι τι θα λέγαμε και πώς θα αντιδρούσαμε εάν εμείς ήμασταν η χώρα που δέχτηκε πρώτη το πλήγμα;

Απλουστευτικό ίσως το ερώτημα. Και σίγουρα δεν δίνει το βάρος που πρέπει σε μεγάλο όγκο γεγονότων που αθροιστικά, εδώ και πολλά χρόνια, έχουν φτάσει σε σημείο που και ένα σπινθήρας είναι αρκετός να ανάψει πυρκαγιά μεγάλη. Αλλά πάλι και αυτός είναι ένας επιπρόσθετος λόγος για να προσέχουμε τις αντιδράσεις μας – ιδίως όταν αυτές υπαγορεύονται από κομματικές εμμονές και ντουντούκες…

Μια φίλη συνάδελφός μου στην Αθήνα, η Μ.Π., είναι παντρεμένη με Ισραηλινό. Το τι της γράφουν στο Twitter τα αφηνιασμένα «επαναστατικο-ψέκια», δεν περιγράφεται. Με αηδιάζουν. Η γυναίκα υποστηρίζει την επιχείρηση εξόντωσης της Χαμάς από τον ισραηλινό στρατό, αλλά τη συντρίβει η απώλεια τόσων αμάχων, στα κιμπούτς στις 7 Οκτωβρίου, αλλά και στη Γάζα από τους βομβαρδισμούς. Για τους οποίους, βεβαίως, οι τζιχαντιστές δεν στεναχωριούνται ιδιαίτερα. Ήξεραν ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο. Το επιδίωξαν κιόλας με τη σφαγή των αμάχων επί ισραηλινού εδάφους.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει νοικοκυριό, από όλο το φάσμα της μεσαίας και χαμηλότερης τάξης, που να μην δυσκολεύεται από την ακρίβεια στην αγορά. Ξέρουν οι καταναλωτές (που ευτυχώς δεν είναι «φυτά»), ότι πολλοί είναι οι παράγοντες, αστάθμητοι οι περισσότεροι, που έχουν φέρει τα πάνω–κάτω. Δεν πείθονται, όμως, εύκολα ότι η ακρίβεια οφείλεται π.χ. στην αύξηση της παραγωγής προϊόντων (πρώτων υλών, κ.λπ.), ή και της εισαγωγής τους από άλλες χώρες. Τούτα ισχύουν ως έναν βαθμό. Το «κάτι παραπάνω» είναι εκείνο που έχει φτάσει στα όρια της αισχροκέρδειας.

Πολύ καλά έπραξε την περασμένη εβδομάδα η ελληνική κυβέρνηση, επιβάλλοντας από 1 εκατομμύριο ευρώ πρόστιμο σε δύο πολυεθνικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, την Procter & Gamble και της ΕΛΑΪΣ Unilever Hellas για πρακτικές αθέμιτης κερδοφορίας, κυρίως σε οικιακά είδη καθαρισμού.

Καλά είναι αυτά, αλλά υπάρχει και άλλη, απλή λύση, που σπάνια συζητάμε. Είναι να καταλάβει ο καταναλωτής αυτός είναι πιο ισχυρός από τον όποιον, όχι σωστό επιχειρηματία, που θα θελήσει να του «επιβληθεί» διά της δύναμής του. Σε όλες τις προηγμένες χώρες της Ευρώπης, εκεί όπου υπάρχει υγιής καταναλωτική αντίληψη, η πιο εύκολη και αποτελεσματική λύση είναι το συνολικό μποϊκοτάζ, από τη μεριά των πολιτών.

Θυμάμαι στη δεκαετία του ’90 στην Αγγλία, που εντελώς απροειδοποίητα και στα μουλωχτά τα μεγάλα σουπερμάρκετ αύξησαν σταδιακά, αλλά και σε σύντομο χρονικό διάστημα, τις τιμές του βοδινού και χοιρινού κρέατος, επικαλούμενα και τότε αύξηση εξόδων παραγωγής και μεταφοράς. Κηρύχτηκε μποϊκοτάζ αμέσως από τις καταναλωτικές ενώσεις και σε μία εβδομάδα μέσα, έπεσαν οι τιμές. Η επιτυχία έγκειται στο ότι όλοι οι πολίτες συμμετείχαν στο μποϊκοτάζ. Και φτωχοί και πλούσιοι…

Δεν ξέρω αν μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο στα δικά μας τα μέρη. Στις πολιτισμένες ευρωπαϊκές χώρες, η καταναλωτική φιλοσοφία κτίζεται από όλους και δεν παίζουν τόσο ρόλο οι οικονομικές διαστρωματώσεις. Ακόμα και ο εύπορος διεκδικεί το δικαίωμά του σε μία δίκαιη και εύλογη εμπορική σχέση. Όχι μόνο δεν θεωρεί ντροπή του να αντιδράσεις σε παράλογες αυξήσεις, αλλά χρέος του. Προσθέτει δηλαδή και τη δική του αγοραστική δύναμη στη διαμαρτυρία, ώστε να καταλάβουν εκείνου που παρεκτρέπονται ότι και στο εμπόριο υπάρχουν κανόνες ηθικής τάξεως, που πρέπει να τηρούνται.

Ήδη «ακούω» φίλους και φίλες μου στη Κύπρο που, διαβάζοντας αυτά που μόλις έγραψα, αναφωνούν «άντε καλέ…». Δεν πειράζει, κάποιοι θα επιμένουμε κόντρα στο ρεύμα της βόλεψης και της επιδεικτικής σπατάλης. Στον ηθικό καταναλωτισμό, εννοείται πως συμπεριλαμβάνεται και η στροφή μας προς πράσινη καλλιέργεια, οικολογικά προϊόντα, ανακυκλώσιμες συσκευές και συσκευασίες και προπαντός προς τη βοήθεια προς εκείνους που δυσκολεύονται…