Κάποτε βρέθηκε σε ένα μαγαζί με είδη κιγκαλερίας για ν’ αγοράσει κάτι πόμολα και βίδες. Είχε ουρά. Μπροστά του ήταν μια ηλικιωμένη κυρία που δεν ήξερε τι ακριβώς ήθελε και απασχολούσε άσκοπα τον πωλητή μιλώντας του κυρίως για την κακή κατάσταση της υγείας της.
Ο Τζορτζ Μόνμπιοου, αρθρογράφος της βρετανικής «Guardian», με αντισυμβατικές απόψεις για την ποιότητα της ζωής και πώς αυτή καταστρέφεται από το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα παγκόσμια, περίμενε ήσυχα στην ουρά, αλλά από μέσα του έβραζε.
Επιστρέφοντας σπίτι με το ποδήλατό του, σκέφτηκε ότι κακώς εκνευρίστηκε. Μπροστά του στο μαγαζί, είχε έναν μοναχικό άνθρωπο, μια λυπημένη γυναίκα, που ίσως εκείνη η μικρή κουβέντα με τον πωλητή για την υγεία της να ήταν η μόνη που θα είχε όλη μέρα. Ένιωσε τύψεις που δυσανασχέτησε περιμένοντας.
Στη στήλη του στη «Guardian» πριν από λίγα χρόνια, έγραψε ότι ζούμε σε μία εποχή «που δοξάζει τον ακραίο ατομικισμό και την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα». Αυτή η κατάσταση, συμπληρώνει, έχει επιφέρει μια νέα κατάσταση θανατηφόρα, που σκοτώνει όσο το κάπνισμα και η παχυσαρκία. Την ονομάζει μοναξιά. Και τη θεωρεί κατάρα.
Εκείνο το άρθρο, μου είχε κάνει μεγάλη αίσθηση. Από αυτό εμπνεύστηκε και η παραγωγός και σκηνοθέτης Σου Μπορν που γύρισε ένα ντοκιμαντέρ για το BBC με τον τίτλο «Η Εποχή της Μοναξιάς». Πολλοί εκδότες του ζήτησαν να γράψει βιβλίο για το θέμα αυτό, αλλά εκείνος αρνήθηκε διότι έγραφε κάτι άλλο. Δεν του περίσσευε χρόνος. Και έπειτα, λέει, «δεν ήθελα να ξοδέψω τα επόμενα 3 χρόνια της ζωής μου γράφοντας ένα βιβλίο για τη μοναξιά». Αβάσταχτο.
Επιστρέφοντας όμως στο σπίτι μετά το συμβάν στο μαγαζί με τα είδη κιγκαλερίας, ο Μόνμπιοου, 60 ετών σήμερα, σπουδασμένος στην Οξφόρδη και με μεταπτυχιακό στη Ζωολογία, κάθισε στο γραφείο του και άρχισε να γράφει ένα ποίημα «για μια γυναίκα που ζει με λίγα, κυρίως τις αναμνήσεις της, μια γυναίκα που πηγαίνει σε ένα μαγαζί με την ελπίδα να βρει κάποιον εκεί για να μιλήσει, αλλά διαπιστώνει ότι οι επανδρωμένες ταμειακές μηχανές έχουν αντικατασταθεί τώρα από αυτόματα μηχανήματα πληρωμών».
Δεν του έφτανε όμως ούτε αυτό. «Ποιος διαβάζει ποίηση σήμερα;», θα σκέφτηκε.
Ήθελε να κάνει κάτι άλλο – αυτός ο ανήσυχος Άγγλος συγγραφέας, που έχει αφιερώσει όλο του το είναι στον περιβαλλοντικό και πολιτικό ακτιβισμό.
«Είμαστε εδώ, επτά δισεκατομμύρια άνθρωποι σε τούτον τον πλανήτη. Εμείς, το υπερ-κοινωνικό θηλαστικό που δεν μπορούσε ως τώρα να επιβιώσει ούτε μια στιγμή μόνο του. Και τώρα, έχουμε υποκύψει σ’ αυτήν την τεράστια επιδημία της κοινωνικής απομόνωσης», λέει, απορρίπτοντας τη συγγραφή ενός κειμένου, ενός βιβλίου, ενός ποιήματος, «διότι το γράψιμο είναι μία απομονωμένη διαδικασία και σε αυτό το θέμα, πολύ καταθλιπτική» και γυρεύοντας κάτι άλλο.
Τότε, του κατέβηκε η ιδέα της μουσικής! «Διότι η μουσική αυτομάτως αρχίζει να ενώνει κόσμο, να φέρνει τους ανθρώπους κοντά», ίσως όπως κανένα άλλο μέσον.
Έτσι, λοιπόν, πήγε και βρήκε τον Γιούαν Μακλέναν, έναν νέο μουσικό τον οποίο ο Μόνμπιοου γνώρισε σχετικά πρόσφατα και εκτιμά βαθιά.
Ο ανήσυχος ακτιβιστής έγραψε μια ιστορία, κάτι σαν σκετς, με θέμα τη μοναξιά και παρέδωσε τα κείμενα στον νέο και ταλαντούχο μουσικό να τα κάνει ό,τι θέλει.
Ένα τραγούδι, ονομάζεται «Το παιδί εντός», χαμένο μέσα σ’ έναν κόσμο που βουίζει, όπου τα πουλιά δεν τραγουδούν και το αεράκι πια δεν φυσά. «Το παιδί εντός, είναι ένα παιδί εντός». Δηλαδή, κλεισμένο.
Το άλμπουμ, τελειωμένο πια, φέρει τον τίτλο «Breaking the Spell of Loneliness», δηλαδή «Σπάζοντας τον Εξορκισμό της Μοναξιάς».
«Είναι», λέει ο Μόνμπιοου «ένα μίγμα από σκοτεινές σκιές και φως: Λυπημένες μπαλάντες και συνταρακτικούς ύμνους. Θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα τραγούδια όχι απλώς για να μιλήσουμε για τη μοναξιά του σήμερα, αλλά με έναν μικρό τρόπο να την αντιμετωπίσουμε κιόλας».
«Μια επιδημία σαρώνει τον κόσμο: Μια επιδημία μοναξιάς. Δεν έχουμε υπάρξει ποτέ ξανά, εμείς τα κατ’ εξοχήν κοινωνικά θηλαστικά, τόσο αποκομμένοι. Τα αποτελέσματα είναι σαρωτικά: Ένα γκρέμισμα του κοινωνικού σκοπού, η αντικατάσταση της δημόσιας ζωής με μια σκόνη καταναλωτισμού, με ανασφάλεια και αποξένωση. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι», φωνάζει τώρα μέσα από τα τραγούδια ο Μόνμιοου, που δεν ησυχάζει…