Η Γεωργία πιάνει δουλειά στον χώρο στάθμευσης στις 5.00 μ.μ., αντικαθιστώντας τον άντρα της, ο οποίος φεύγει κουρασμένος μετά από ώρες δουλειάς μες στο λιοπύρι, κόβοντας εισιτήρια, υποδεικνύοντας και βοηθώντας τους οδηγούς πού και πώς να σταθμεύσουν. Υπάρχουν οι σταθεροί πελάτες που πληρώνουν με τον μήνα, έχοντας τη δική τους θέση, εντούτοις πολλοί δεν γνωρίζουν ούτε το όνομά του. Του λένε καλημέρα την ώρα που έρχονται και φεύγουν βιαστικοί, μιλώντας πάντα στο κινητό τους.

Οι υπόλοιποι είναι πελάτες περιστασιακοί, φτάνουν στην περιοχή για ψώνια, για κάποιες δουλειές, ή για να αράξουν σε μια καφετέρια. Κάποιοι του αφήνουν τα κλειδιά αν δεν υπάρχει εκείνη τη στιγμή άδειος χώρος. Τον χειμώνα τα πράγματα είναι εύκολα, φοράει το χοντρό μπουφάν και τα γάντια του, τρυπώνει στην παράγκα και κάθεται δίπλα απ’ τη σόμπα του με το τρανζιστοράκι του. Το καλοκαίρι όμως είναι μια κόλαση, ο ήλιος καίει, η άσφαλτος αχνίζει όπως και η καμαρούλα από λαμαρίνες.

Όταν φτάσει η Γεωργία ψήνει στο γκαζάκι τον απογευματινό τους καφέ που πίνουν κάτω από ένα σημείο όπου πέφτει λίγη σκιά. Είναι η μόνη στιγμή της μέρας που συναντιούνται, θα μιλήσουν για την επικαιρότητα, ανελέητοι βομβαρδισμοί στη Γάζα, πόλεμος φατριών στην Κύπρο, τα προβλήματα των παιδιών, την ακρίβεια. Μόνο ο καφές και η ζάχαρη έμειναν σε σταθερή τιμή. Ο ιδιοκτήτης ζητά αύξηση ενοικίου για το διαμέρισμα, «ξέρετε πόσοι φοιτητές το ζητούν σε διπλάσια τιμή;» τους λέει. Η ώρα 5.00 μ.μ. είναι ήσυχη ώρα, ελάχιστοι έρχονται να αφήσουν το αμάξι τους ενώ οι περισσότεροι έχουν ήδη φύγει προ πολλού από τις δουλειές τους στις τράπεζες ή στη δημόσια υπηρεσία. Σαν κλείσουν τα μαγαζιά όμως και αρχίσει να σουρουπώνει, η Γεωργία δεν κάθεται στιγμή. Είναι η ώρα που αρχίζουν οι νυχτερινές έξοδοι, στα μπαράκια και στα εστιατόρια.

Η νύχτα περνά μέσα στη ζέστη και την υγρασία, ενώ αυτή πίνει παγωμένους καφέδες από το θερμός της. Με το κινητό και τα ακουστικά στα αυτιά είναι συνδεδεμένη με ραδιοφωνικούς σταθμούς, οι εκφωνητές των νυχτερινών εκπομπών αναγνωρίζουν τη φωνή της και την ξέρουν με τ’ όνομά της εν αντιθέσει με τους πελάτες του πάρκινγκ, που για πολλούς είναι αόρατη. Συχνά κάνει αφιερώσεις σε συγγενείς και φίλους κι έτσι περνούν οι μοναχικές νύχτες.

Ακόμη ένα καλοκαίρι έφυγε χωρίς να ξεκουραστούν ή να κάνουν διακοπές με την οικογένεια. Μπήκε ο Νοέμβρης και παρά τις υψηλές θερμοκρασίες της ημέρας, το βράδυ άρχισε να μυρίζει φθινόπωρο. Οι μουσικές δυναμώνουν όσο περνά η ώρα, σμίγοντας με τις φωνές των θαμώνων από τα διάφορα μπαρ. Διερωτάται πώς κοιμούνται οι κάτοικοι των γύρω σπιτιών με τέτοια οχλαγωγία. Τι καλοκαίρι κι αυτό που μας πέρασε συλλογίζεται, καταστροφικές πυρκαγιές, τυφώνες πλημμύρες, σεισμοί… Ακόμη και οι καταιγίδες και οι τυφώνες αποκτούν ονόματα στις μέρες μας, έστω κι αν η ίδια παραμένει ανώνυμη, απλά σαν «η κυρία του πάρκινγκ».

Παλιά γελούσαμε που έδιναν ονόματα στους τυφώνες στη μακρινή Αμερική και στην Ασία, στην άλλη άκρη του κόσμου. Η γη ήταν επίπεδη, είχε δυο άκρες, η μια στην Ανατολή και η άλλη στην Άγρια Δύση. Στο κέντρο βρισκόταν το νησί μας, στο σταυροδρόμι ανάμεσα στην Ευρώπη, Αφρική και Ασία. Κι όλα αυτά παλιά, πολύ παλιά προτού γίνουμε ένα υπερ-νησί, «ένα απέραντο ξενοδοχείο» για τουρίστες, επενδυτές, τυχοδιώκτες και ο παράδεισος του υπόκοσμου.

Γελούσαμε με τους Αμερικάνους που έκτιζαν σπίτια από ξύλα, τα οποία θα καταστρέφονταν στον επόμενο τυφώνα, όπως στο παιδικό παραμύθι «Τα τρία γουρουνάκια», όπου φυσούσε ο κακός ο λύκος και έπαιρνε ο άνεμος, άχυρα και ξύλα. Πήγαν στο φεγγάρι οι Αμερικάνοι, κατασκευάζουν διαστημόπλοια και πυραύλους, για ν’ ανακαλύψουν νέους πλανήτες, χωρίς να σέβονται τον δικό μας. Η πολεμική τους βιομηχανία παράγει όπλα καταστροφικά, ικανά ν’ αφανίσουν τον πλανήτη που ζούμε, να σβήσουν από τον χάρτη πόλεις και κράτη ολάκερα και όλα αυτά με άλλοθι την πάταξη της τρομοκρατίας.

Σταυροφόροι που σταυρώνουν ακόμη και τον ίδιο τον θεό τους στον βωμό του οικονομικού κέρδους και του επεκτατισμού. Στην Παλαιστίνη η ανθρώπινη ζωή έχει χάσει κάθε αξία, αθώοι πολίτες, μανάδες και παιδιά δολοφονούνται κάθε μέρα, κάθε ώρα ενώ εμείς «τηρούμε αποχή» και η παγκόσμια κοινότητα σφυρά αδιάφορα μπροστά στη γενοκτονία. Ο ΟΗΕ με τα συμβούλια ασφαλείας του και οι ξένες κυβερνήσεις συνεχίζουν τα γραφειοκρατικά χλιαρά τους ψηφίσματα, θεατές από την οθόνη τους, αρνούμενοι να λάβουν δράση. «Κούντου λούνα βίνι κι ό,τι θέλει ας γίνει». Οι βομβαρδισμοί των Ισραηλινών και οι χερσαίες επιχειρήσεις συνεχίζονται, δεν είναι τους τρομοκράτες της Χαμάς που θάβουν κάτω από τα συντρίμμια αλλά χιλιάδες άμαχους πολίτες, ηλικιωμένους, νέους, μανάδες και παιδιά.

«Ο χώρος στάθμευσης είναι πλήρης», αναγράφεται στην πινακίδα που αναρτά τα μεσάνυχτα η Γεωργία προτού πάρει τον δρόμο για το σπίτι της. «Η Γάζα είναι πλήρης από άμαχους τραυματίες και νεκρούς». ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ!

dena.toumazi@gmail.com