Ο Στρατής γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια πλούσια αστική οικογένεια, με νταντάδες, ιδιωτικά σχολεία, τένις, σκι, γαλλικά, πιάνο και ιππασία. Αργότερα θα σπούδαζε σε ξακουστό πανεπιστήμιο της Μεγάλης Βρετανίας, όπου από μικρό παιδί τον είχαν ταγμένο οι γονείς του και μετά τις σπουδές θα διηύθυνε τον όμιλο επιχειρήσεων του πατέρα και του παππού. Οι γονείς είχαν τροχοδρομήσει και προγραμματίσει τη ζωή του έως στα τριάντα του που θα ακολουθούσε ο γάμος με μια κοπέλα από «τζάκι» για να κάνει ό, τι έκαναν όλοι στο νησί: παιδιά, σπιταρόνα, λιμουζίνα, γάμους, κηδείες, οικογενειακές συνάξεις, φιλανθρωπικές χοροεσπερίδες.

Κάποια στιγμή θα γινόταν μέλος και πρόεδρος διαφόρων συμβουλίων, ομίλων και σωματείων, όπως των Λεόντων ή των Ροταριανών, της Μασονικής Στοάς, μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, του δημοτικού συμβουλίου ή ενός πολιτικού κόμματος. Με λίγα λόγια, «παράγος»! Στην πορεία του έγγαμου βίου του μπορεί να είχε στα κρυφά και καμιά-δυο φιλεναδίτσες, όπως έκαναν ο πατέρας και οι θείοι του. Την αναπόφευκτη στιγμή που κάποιος θα το ξεφούρνιζε στη σύζυγο, θα έτρεχαν να την παρηγορήσουν και να τη συνετίσουν συγγενείς και φίλες, «αφού ούλλοι έχουν φιλενάδα, έτο έννα κάμει το κκέφιν του τζαι έννα του περάσει. Εν λόγος τούτος να διαλύσεις την οικογένειαν σου;»

Σε αυτό το κλίμα υπέρμετρης υποκρισίας μεγάλωνε ο Στρατής, άριστος μαθητής σε όλα τα μαθήματα αλλά με πάθος για τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και τις τέχνες. Για χρόνια πάλευε ενάντια στις βουλές των γονιών και κυρίως της μητέρας του που αν τον έπιανε να ζωγραφίζει ή να διαβάζει απαγορευμένα βιβλία, όπως ποίησης, θα τον κλείδωνε στο ερμάρι ή στην καλύτερη περίπτωση στο δωμάτιό του. Για να γλυτώσει από την τυραννία των γονιών και του αγγλοσαξονικού πανεπιστημίου με σπουδές που δεν τον ενδιέφεραν, το έσκασε από το σπίτι και τη χώρα, καταφεύγοντας στα άκρα.

Κατατάγηκε εθελοντής στη Γαλλική Λεγεώνα των Ξένων, σ’ αυτό το στρατιωτικό μισθοφορικό σώμα όπου, από την ίδρυσή του το 1831, έβρισκαν καταφύγιο εγκληματίες, μετανάστες, απάτριδες και φυγάδες με βεβαρημένο ποινικό μητρώο. Άνθρωποι ανεξαρτήτως εθνικότητας κατέφευγαν σ’ αυτήν εφόσον τους έδινε τη δυνατότητα μιας νέας αρχής, εξασφαλίζοντάς τους διαβατήριο με το ονοματεπώνυμο που οι ίδιοι θα επέλεγαν και διαγραφή του ποινικού τους μητρώου. Μεγάλο πλεονέκτημα για ανθρώπους που σε διαφορετική περίπτωση θα κατέληγαν στη φυλακή.

Αυτός θέλοντας να γλυτώσει από την οικογενειακή φυλακή άντεξε στο καψόνι και στις κακουχίες της τετράμηνης εκπαίδευσης, ώστε να γίνει δεκτός στο Σώμα ως λεγεωνάριος. Φορώντας πλέον τη στολή και δίνοντας τον όρκο, έπαιζε τη ζωή του κορώνα-γράμματα σε εμπόλεμες ζώνες, πέφτοντας ουρανοκατέβατος σαν αλεξιπτωτιστής σε επικίνδυνες αποστολές. Salvador Nevers ήταν το όνομα που επέλεξε στη νέα του ταυτότητα, αποποιούμενος το ονοματεπώνυμο της μεγαλοαστικής οικογένειας. Ήταν ο μόνος ίσως ανάμεσα σε εκατοντάδες συναδέλφους που στην άδειά του, ενώ οι άλλοι μεθούσαν στα μπαρ και διασκέδαζαν με γυναίκες, πήγαινε στην όπερα, σε μουσεία και στο μεγάλο βιβλιοπωλείο της Μασσαλίας το Fnac για ν’ αγοράσει βιβλία και δίσκους βινυλίου.

Στο τραμ και στα λεωφορεία παραχωρούσε πάντα τη θέση του στους ηλικιωμένους ή σε μαμάδες με παιδιά. Καθόταν στα καφενεία της πόλης, χάζευε την κίνηση στην υπαίθρια αγορά ενώ προσφερόταν να βοηθήσει γριούλες που έφευγαν με αργά βήματα, φορτωμένες λουλούδια, λαχανικά, φρούτα και τυριά, ανεβάζοντάς τους τα ψώνια στο σπίτι. Συχνά επέμεναν να του φτιάξουν καφέ και να του διηγηθούν την ιστορία της ζωής τους, χαρούμενες που βρήκαν επιτέλους έναν καλό ακροατή.

Τα χρόνια περνούσαν μέσα στο στρατόπεδο ή σε πολέμους, κατά τους οποίους πολλοί συνάδελφοι έχασαν τη ζωή τους αλλά και αθώος κόσμος σκοτώθηκε από τα δικά τους πυρά. Κάποιοι δεν άντεξαν τη φρίκη και αυτομόλησαν, ενώ αυτός έμεινε μέχρι και τη συνταξιοδότηση στα τριανταπέντε του χρόνια, οπότε και εγκαταστάθηκε σε μια μικρή κωμόπολη του γαλλικού Νότου, κτισμένη πάνω από τα κανάλια και το ποτάμι της Sorgue, ανάμεσα σε ελαιώνες, λιβάδια με ηλιοτρόπια και λεβάντες.

Τακτοποίησε σε ράφια τους δίσκους και τα βιβλία του, ανάμεσα στα οποία μια μοναδική οικογενειακή φωτογραφία των παιδικών του χρόνων της δεκαετίας του ’50. Στο φόντο της οροσειράς κυμάτιζε η αγγλική σημαία.

Συνάντησε ξανά τις αδελφές του, γνωρίζοντας και τα ανίψια του, όταν επέστρεψε δύο φορές στο νησί για να κηδεύσει τους γονείς του. Έβγαλαν μια φωτογραφία πίσω από την οποία διακρίνεται μια γιγάντια τουρκική σημαία χαραγμένη και καρφωμένη στην ίδια οροσειρά. Διηγήθηκαν ιστορίες από τα παιδικά τους χρόνια με τους τους γονείς, οι οποίοι το μόνο που ήθελαν ήταν να τους προσφέρουν «ό, τι καλύτερο!».

Θυμήθηκαν ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη…(Νίκος Γκάτσος)

dena.toumazi@gmail.com