Φυσικά και δεν μπορεί να φορτώνεται η παρούσα κυβέρνηση την διαφθορά των χρυσών διαβατηρίων. Ασχέτως αν ο Νίκος Χριστοδουλίδης ήταν και υπουργός της προηγούμενης κυβέρνησης. Έχει και μια δόση φαρσοκωμωδίας αυτή η προσπάθεια.
Διότι, ενώ είναι σίγουρο ότι ευθύνονται και οι υπουργοί της προηγούμενης κυβέρνησης, που είχαν τις σχετικές αρμοδιότητες, για το μέγα σκάνδαλο, απαλλάχθηκαν επειδή δεν είναι πλέον στην κυβέρνηση και η κομματική κραιπάλη κατηγορεί τον πρώην υπουργό Χριστοδουλίδη για να πλήξει τον νυν Πρόεδρο Χριστοδουλίδη. Και αυτό αποδεικνύει πόσο ανεύθυνα βλέπουν οι πολιτικοί ταγοί του τόπου την πάταξη της διαφθοράς.
Δεν το σημειώνω αυτό για να απαλλάξω τον Χριστοδουλίδη. Έχει κι αυτός τόσες ευθύνες όσες έχει όλο το Υπουργικό Συμβούλιο του Νίκου Αναστασιάδη. Αλλά, τις βαριές ευθύνες τις έχουν δυο – τρεις υπουργοί, που είχαν καθηκόντως την ευθύνη και που αποδεδειγμένα ούτε επαρκή έλεγχο ασκούσαν, ούτε λάμβαναν υπόψη τις προειδοποιήσεις που έρχονταν από την Κομισιόν. Γι΄ αυτό και γράφτηκε στην ιστορία και θα μείνει, η περιγραφή που έκανε ο αείμνηστος Σωκράτης Χάσικος κατά την κατάθεσή του στην Ερευνητική Επιτροπή. «Εκείνο που γίνετουν τότε, όχι μόνο με την ΧΧΧ, με όλους, κατέθεσε συμβόλαιο, αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο; Αν ναι τικ, περνά (…). Τικ-τικ τζιαί επέρναν, αυτή ήταν η ιστορία».
Αυτή ήταν η ιστορία! Ο τότε Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης είπε δημοσίως ότι έπασχε ο έλεγχος. Ερευνητικές Επιτροπές το διαπίστωσαν με στοιχεια. Αποδόθηκε σε κάποιον ευθύνη για τον έλεγχο που έπασχε; Όχι. Ούτε σε έναν. Ακόμα και οι έρευνες που γίνονται σήμερα αφορούν ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών, αυτούς δηλαδή, που έφερναν στο κράτος την πελατεία. Εξαπατούσαν το κράτος; Ουδέποτε μέχρι τώρα αποδείχθηκε κάτι τέτοιο. Έστελναν τις αιτήσεις και τικ – τικ επερνούσαν. Οι πρώτοι, όμως, που έπρεπε να ερευνηθούν είναι οι υπουργοί ή άλλοι αξιωματούχοι του κράτους, που ακολουθούσαν την τακτική του «τικ-τικ» και επέτρεψαν τον διασυρμό της χώρας.
Όταν, ας πούμε, δηλώνει σήμερα ο τότε πρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος, Αβέρωφ Νεοφύτου, ότι «η αποκατάσταση του ονόματος της Κύπρου δεν μπορεί να επιτευχθεί όσο παραμένουν σκιές και ατιμωρησία», έχει απόλυτο δίκαιο. Αλλά πρέπει να εξηγήσει και γιατί υπήρξε ατιμωρησία και σκιές επί των δικών τους ημερών. Μήπως, θα αφαιρεθούν οι σκιές επειδή χρόνια μετά μπορεί να κατηγορηθεί στο δικαστήριο ένα δικηγορικό γραφείο; Οι αξιωματούχοι με το «τικ – τικ» τι απέγιναν; Άλλοι αφυπηρέτησαν, άλλοι πήραν προαγωγές, πάντως ουδείς ελέγχθηκε, ουδείς τιμωρήθηκε, ουδείς αισθάνθηκε την ανάγκη να απολογηθεί για τον διασυρμό της χώρας.
Όταν ο Γενικός Ελεγκτής έλεγε αυτά που λέει σήμερα ο κ. Νεοφύτου, ότι το μεγαλύτερο μας πρόβλημα είναι η ατιμωρησία, και τσακωνόταν με όλους τους υπουργούς και με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο ΔΗΣΥ που κυβερνούσε θυμάται κανένας τι έκανε; Έθετε στη Βουλή ζήτημα να αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για να μπορούν να την κηδεμονεύουν. Ναι, ακόμα κι αυτό έχει τη σημασία του. Διότι το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ο τρόπος λειτουργίας του (όποιου) Ελεγκτή, ήταν πάντα και είναι ακόμα η ατιμωρησία.
Μήπως πρώτη φορά συζητούνται δημοσίως ζητήματα διαφθοράς και ατιμωρησίας; Γιατί δείχνουν να ταράσσονται όλοι; Ωιμέ, βγήκε το όνομα της Κύπρου στο εξωτερικό, λένε, διασύρθηκε η χώρα, χάλασε η φήμη της, τρεχάτε να δούμε τι θα κάνουμε… Για δεκαετίες δεν τους ενδιέφερε η φήμη της χώρας διότι περιοριζόταν στο εσωτερικό. Στημένες προσφορές του δημοσίου, μίζες στους εξοπλισμούς, πολεοδομικές ζώνες, πολεοδομικές χαλαρώσεις, φοροδιαφυγή… Ευνοιοκρατία, αναξιοκρατία, κομματοκρατία. Διαφθορά παντού. Και, προπάντων, ατιμωρησία.
Όσο τα κάναμε μεταξύ μας, ούτε που ίδρωνε το αφτί τους. Τώρα, ξεχείλισε η διαφθορά, βγήκε προς τα έξω κι έμειναν όλοι κατάπληκτοι. Τρεχάτε να προλάβουμε το κακό. Τι να προλάβουν, όμως; Να καλλωπίσουμε το όνομα της χώρας στο εξωτερικό και ας συνεχίζεται η διαφθορά και η διαπλοκή… μεταξύ μας; Αυτό θέλει να κάνει και ο νυν Πρόεδρος και φέρνει ειδικούς από το εξωτερικό να τον βοηθήσουν;
Η διαφθορά βασιλεύει. Η ατιμωρησία συνεχίζεται. Αυτή είναι η ουσία και όχι η φήμη. Διότι, η φήμη, όπως και η εμπιστοσύνη, κερδίζονται, δεν χαρίζονται.