Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Κυβέρνηση ως προς τη ρύθμιση του νομικού πλαισίου για τις εκποιήσεις δεν αποτελεί τελικά η αντιπολίτευση αλλά, όπως φαίνεται, τα συγκυβερνώντα κόμματα και ειδικά η ΕΔΕΚ και η ΔΗΠΑ.
Από το περασμένο καλοκαίρι συζητούν και ξανά συζητούν, αλλά δεν βρίσκουν μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας για το θέμα της πρόσβασης των δανειοληπτών στη δικαιοσύνη. Η Κυβέρνηση κατέθεσε αναθεωρημένο νομοσχέδιο για τη σύσταση και τη λειτουργία Ειδικής Δικαιοδοσίας, γνωστού ως Δικαστηρίου Εκποιήσεων, το οποίο ούτε και αυτή τη φορά ικανοποίησε τους συνεργάτες της.
Μάλιστα, για να ικανοποιηθούν τα «θέλω» τους στράφηκαν στα αντιπολιτευόμενα κόμματα ΑΚΕΛ και Οικολόγοι, με τα οποία θα συμμαχήσουν για να φέρουν στα μέτρα τους το νομοσχέδιο.
Η ΕΔΕΚ, μεταξύ άλλων επιμένει στον καθορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία θα εκδικάζονται οι υποθέσεις και θα εκδίδεται η δικαστική απόφαση. Συγκεκριμένα, προτείνει όπως οι 90 ημέρες να είναι ο μέγιστος χρόνος εκδίκασης της υπόθεσης και ο μέγιστος χρόνος εξέτασης της έφεσης. Παράλληλα, απαιτεί όπως κατά τη διάρκεια της εκδίκασης μιας υπόθεσης να αναστέλλονται η διαδικασία εκποίησης του ακινήτου και οι επιβαρύνσεις τόκων και χρεώσεων.
Η ΔΗΠΑ, από την πλευρά της, αναφέρει πως η δική της θέση για δημιουργία Ειδικού Δικαστηρίου είναι πιο αποτελεσματική από την εισήγηση του νομοσχεδίου, το οποίο προνοεί διαδικασία μέσω Επαρχιακών Δικαστηρίων. Μάλιστα, προτείνει πως σε περίπτωση που η εισήγηση της δεν γίνει αποδεκτή, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στο νομοσχέδιο η μικρή επαγγελματική στέγη με ετήσιο κύκλο εργασιών κάτω από €750 χιλ. και η γεωργική γη με μέγιστη αξία κάτω από τις €100 χιλ.
Από την άλλη, ΑΚΕΛ και Οικολόγοι θα καταθέσουν τροπολογίες οι οποίες θα έχουν την ίδια φιλοσοφία με τις ρυθμίσεις που πρότειναν τον περασμένο Ιούλιο. Δηλαδή, εξετάζεται το ενδεχόμενο να προταθεί ρύθμιση για να παραμερίζεται η εκποίηση ενυπόθηκων ακινήτων, ειδικά κύριας κατοικίας, με διάταγμα του δικαστηρίου, μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης.
Η κυβερνητική πλευρά δεν συζητά καν τον καθορισμό του χρόνου εκδίκασης των υποθέσεων, καθώς σύμφωνα με γνωμάτευση που έλαβαν από τη Νομική Υπηρεσία είναι αντισυνταγματική, καθώς θεωρείται παρέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στις αρμοδιότητες της Δικαστικής Εξουσίας. Παράλληλα, απορρίπτει τη διεύρυνση του αριθμού των δικαιούχων, καθώς να μην επιφέρει τα αποτελέσματα καθώς τα δικαστήρια θα κατακλυστούν με πολλές υποθέσεις εκποιήσεις, κάτι που αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα για την ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων.
Για το θέμα της αναστολής της εκποίησης μέσω δικαστικού διατάγματος δεν θέλει καν να ακούσει η Κυβέρνηση, καθώς όπως ανάφερε πάρα πολλές φορές θα δημιουργούσε προβλήματα στην οικονομία. Αφού τα δύο μέρη δεν κάνουν υποχωρήσεις και δεν μπορούν να καταλήξουν σε μια κοινή φόρμουλα η οποία θα αποτελέσει μια μέση λύση για ρύθμιση του ζητήματος, θα ήταν καλό η κάθε πλευρά να κάνει αυτό που θεωρεί σωστό.
Τα κόμματα που διαφωνούν ας ψηφίσουν το νομοσχέδιο ενσωματώνοντας τις τροπολογίες τους και η Κυβέρνηση ας πράξει αυτά που προβλέπει το Σύνταγμα. Δηλαδή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ας προχωρήσει σε αναπομπή του νόμου και εάν επιμένουν τα κόμματα στην απόφαση τους να προχωρήσει σε αναφορά του νόμου στο Ανώτατο Δικαστήριο. Δεν μπορεί το θέμα να συνεχίσει να διαιωνίζεται, ας αφήσουν τη δικαιοσύνη να αποφανθεί για το μέλλον του νόμου. Μάλιστα, η δικαστική απόφαση θα αποτελέσει και σταθμό για τον περαιτέρω χειρισμό του θέματος στο μέλλον.
Στο μεταξύ, πιο εύκολα φαίνεται πως θα κλείσει το θέμα της ρύθμισης της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, παρά τις επιφυλάξεις που έχει εκφράσει η ΔΗΠΑ, οι οποίες όπως φαίνεται θα ρυθμιστούν καθώς επικεντρώνονται κυρίως σε θέματα ερμηνείας του νόμου. Η πρόταση των συγκυβερνώντων για τον Μηχανισμό της Κεντρικής Τράπεζας, με τον οποίο σχεδόν όλοι οι αρμόδιοι φορείς διαφωνούν, όπως φαίνεται οδηγείται στις ελληνικές καλένδες. Μέχρι την επόμενη εβδομάδα θα πρέπει όλα τα νομοθετήματα να οδηγηθούν στην Ολομέλεια. Θα πρέπει επιτέλους να κλείσει το θέμα των εκποιήσεων.