O κύριος Αντρέας ήταν ένας από τους παλιούς υπαλλήλους στον όμιλο εταιρειών στον οποίο εργάζεται κι η ίδια, αλλά σε διαφορετικό τμήμα και πόλη. Τον συναντούσε όπως και άλλους συναδέλφους της στο ετήσιο χριστουγεννιάτικο πάρτι της εταιρείας, όπου καλούνται οι υπάλληλοι να σμίξουν και να γνωριστούν καλύτερα μεταξύ τους. Δύσκολο εγχείρημα όταν το γεύμα γίνεται μετά συζύγων, οπόταν και οι μεν και οι δε είναι μαγκωμένοι.
Οι σύζυγοι βαριούνται και δεν βλέπουν την ώρα να τελειώσει το γεύμα για να παν στα σπίτια τους, όσοι έχουν αυτή την τύχη γιατί οι πλείστοι πρέπει να τρέξουν για εξωτερικές δουλειές, ψώνια, δώρα και ουρές στην υπεραγορά, μεγάλη η λίστα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Το άγχος των ημερών είναι συνήθως μεγαλύτερο από την ίδια τη χαρά της γιορτής. Αφού τελειώσουν με το φαγητό αρχίζουν τα όργανα, βγαίνουν στην πίστα οι μερακλήδες και οι λάτρεις του χορού. Άλλοι κτυπούν παλαμάκια ή απλά σφυρούν αδιάφορα, προσηλωμένοι στο κινητό τους.
Στέλνουν μηνύματα ή παρακολουθούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συναναστρεφόμενοι τους απόντες αντί τους παρόντες, γνωστούς και αγνώστους συναδέλφους τους. Αυτά μέχρι την κοπή της πίτας, αν και η Πρωτοχρονιά και ο Άγιος Βασίλης δεν έχουν φτάσει ακόμη. Χαιρετισμοί και σύντομες ομιλίες για την πρόοδο και τις επιτυχίες του ομίλου. Αν υπάρξει ανακοίνωση πως η χρονιά που πέρασε ήταν εξαιρετικά δύσκολη σημαίνει πως το ίδιο θα είναι και γι’ αυτούς αφού δεν θα μπορούν να ελπίζουν στην όποια αύξηση με το νέο έτος. Ακολουθεί η κλήρωση των λαχνών, με τον πρώτο τυχερό να κερδίζει αεροπορικά εισιτήρια για δύο στην Αθήνα ή κρουαζιέρα στους Αγίους Τόπους.
Ο μόνος εργένης στο πάρτι όσα χρόνια κι αν περνούσαν ήταν ο κύριος Αντρέας, οπόταν και οι παραφιλολογίες δεν σταματούσαν.
«Γίνεται έτσι ωραίος άντρας τζαι να μεν εν παντρεμένος;»
«Μα αφού εν φαίνεται να’ ν ’που τους άλλους.»
«Όι εν ένει, αφού ήταν παντρεμένος παλιά.»
«Μέσα-μέσα φκαίνει με κάτι γεναικάρες…» συμπληρώνει ο άλλος.
«Εεε μα γιατί εν παντρεύκεται καλό σε έτσι ηλικίαν;» λέει αγανακτισμένη η διπλανή λες και ο μόνος σκοπός του homo sapiens της Κύπρου είναι ο γάμος, η τεκνοποίηση και η διαιώνιση του είδους.
Ο αγαπημένος συνάδελφος της Μαρίας υπήρξε ο κύριος Αντρέας παρόλο που τον συνάντησε από κοντά σε τρεις φάσεις της ζωής της. Την πρώτη φορά τη βοήθησε στην αγορά τηλεόρασης αφού ούτε αυτή, ούτε ο σύζυγός της γνώριζαν από υψηλές τεχνολογίες. Αυτός τους έστησε το surrounding system έτσι ώστε να έχουν πια στο διαμέρισμά τους ένα μικρό κινηματογράφο με τρισδιάστατη εικόνα και ζωντανούς τους ήχους της ζούγκλας να διαχέονται σε όλες της γωνιές του καθιστικού, όταν παρακολουθούσαν με τα παιδιά τους την παιδική ταινία Madagascar ή όταν καταδύονταν στα βάθη των ωκεανών παρέα με τον Nemo και την ψαροπαρέα του. Στο καθιστικό της, εισέβαλαν τις νύχτες που τα παιδιά κοιμούνταν, οι Άγγελοι του Wim Wenders και σουρεάλ ήρωες από ταινίες του Fellini ή του Almodovar. Περσόνες που αντίστοιχες τους συναντάς μόνο στα μυθικά θεματικά γενέθλια και πάρτι του νησιού που γίνονται «για καλό σκοπό», στις βραδιές Madame Freakαρώ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με τις ευδιάθετες πάντα κυρίες που ποζάρουν «για ανύπαρκτο σκοπό».
Η ζωή της Μαρίας «μιας εργαζόμενης μητέρας, μιας καλής νοικοκυράς», που λέει και το τραγούδι, με εργασία, φροντιστήρια και οικιακές δουλειές, τις νύχτες μετατρεπόταν σε παραμύθι τις δυο ώρες που διαρκεί μια ταινία. Γινόταν βασίλισσα στον θρόνο της, με κόκα κόλα και ποπ-κορν. Ζήτησε ξανά τη βοήθεια του κυρίου Αντρέα όταν μάζεψαν τα χρήματα για την αγορά ενός στερεοφωνικού και την επόμενη δεκαετία ξανακλήθηκε να βοηθήσει στην επιλογή και αγορά ενός νέου αυτοκινήτου με κίνηση στους τέσσερις τροχούς. Μετά το σαραβαλάκι της, το νέο αμάξι λες και πετούσε, βγάζοντας την οικογένεια και την ίδια από τις καθιερωμένες πορείες της καθημερινότητας: σημειωτόν στα φώτα τροχαίας, στη λεωφόρο και στους παραδρόμους. Τις Κυριακές έπιαναν τα όρη ανακαλύπτοντας χωριά, ενετικά γεφύρια, τους αμμόλοφους του νησιού με τα κρίνα του γιαλού και τις άγριες τουλίπες.
Συναντιόντουσαν με μεγάλη χαρά κάθε χρόνο στο πάρτι της εταιρείας, ανταλλάζοντας ευχές και την υπόσχεση να βρεθούν σύντομα για καφέ όταν θα επισκέπτονταν ο ένας την πόλη του άλλου. Υπόσχεση που δεν τήρησαν ποτέ γιατί ήρθε η στιγμή που ο κύριος Αντρέας βγήκε σε σύνταξη και στη συνέχεια έφυγε από τo νησί. Δεν θα είναι πια παρών στο πάρτι της εταιρείας, να κάθεται σε μια γωνιά και να χαμογελά με τους συναδέλφους του που κάνουν φιγούρες ζεϊμπέκικου στην πίστα. Σίγουρα η σιωπηλή του παρουσία θα τους λείψει περισσότερο από την παρέα κάποιων άλλων που δεν βάλλουν γλώσσα μέσα μιλώντας ακατάπαυστα και περιαυτολογώντας αχρείαστα.
Ζωγραφικό έργο: Ferencz Paczka, The Dinner Party, 1837