Βιάστηκε να νιώσει περήφανος για την κυβέρνησή του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος δεν συμπλήρωσε ακόμα ούτε ένα χρόνο στην εξουσία. Βιάστηκε να μεταπηδήσει από την άνεση της προεκλογικής του στην υπεροψία της διακυβέρνησης και θα φάει τα μούτρα του. Βιάστηκε να αντιγράψει τους προηγούμενους προέδρους, οι οποίοι απαντούσαν αλαζονικά σε οποιαδήποτε κριτική της κοινωνίας ή της αντιπολίτευσης. Βιάστηκε να διαλαλήσει ότι ηγείται κυβέρνησης που παράγει έργο πριν καν συμπληρώσει 365 μέρες στο Προεδρικό. Βιάστηκε να επιδείξει «υπεροψίαν και μέθην» απέναντι στην κοινωνία και στην αντιπολίτευση, μιλώντας για σκοπιμότητες γύρω από την κριτική.

Βιάστηκε και απεμπόλησε τελειωτικά την υπόσχεση για άλλον πολιτικό πολιτισμό, προς απάντηση στην κομματική κραιπάλη που τρώει τις σάρκες αυτού του, ας πούμε, κράτους της Μεσογείου. Αντιδρά -είτε μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου είτε άμεσα- με ύφος χιλίων καρδιναλίων και με την αίσθηση μιας νομιμοποίησης που δεν απέκτησε ποτέ. Και αντί να απαντήσει με νηφαλιότητα και προπαντός ταπεινότητα στον καταποντισμό της επίπλαστης δημοτικότητάς του, επιβεβαιώνει ότι δεν πατά καλά στη γη και ότι βρίσκεται σε έναν παρατεταμένο προεκλογικό αγώνα, μάλλον με ορίζοντα το 2028.

Επιβεβαιώνει, επίσης, ότι αυτοδημιουργήθηκε κατ’ εικόναν και καθ’ ομοίωσιν των προκατόχων του και δίχως κάποια διάθεση αλλαγής και ανατροπής ενός ασθενούς κατεστημένου που δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει. Επιβεβαιώνει καθημερινά ότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η συντήρηση μιας εικονικής πραγματικότητας στην οποία κερδίζει έδαφος, αυτός, οι συγγενείς και οι φίλοι του.

Επιβεβαιώνει ότι πήγε στράφι η ψευδαίσθηση της ήττας του δικομματισμού και ότι, επί της ουσίας, η κυβέρνησή του αποτελεί μια καμουφλαρισμένη συνέχεια του κυπριακού παλαιοκομματισμού.

Ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει για να διατηρεί μια ευκολόπιστη δεξαμενή, η οποία θεωρεί τομές τη μείωση των αιτήσεων ασύλου και την κάθοδο Ολγκίν για το Κυπριακό. Για να συνεχίσει να κυβερνά σε προεκλογικό τέμπο και να πιστεύει ότι θα τον σώζει διαρκώς η καλοστημένη εικόνα του, τα εγκαίνια, τα τσάγια και τα γκαλά που δεν αμελεί. Για να συνεχίσει να θεωρεί κάτι σπουδαίο τα κίνητρα στους Τουρκοκύπριους ή την υπενθύμιση της ετοιμότητας για επιστροφή σε κάποιο Κραν Μοντανά. Για να συνεχίσει να φταίει τους προηγούμενους για τη βία στα γήπεδα ή τα ξεκαθαρίσματα του υποκόσμου και να δένει το φρύδιν του, σαν Αναστασιάδης Βήτα, όποτε τα βρει σκούρα με τους δημοσιογράφους.

Κάποτε, όμως, πρέπει και οι ίδιοι οι Πρόεδροι, ειδικά αυτοί που αυτοπροβάλλονται ως «νέα φρούτα», να κατανοήσουν ότι οι κοινωνίες δεν τους χρωστούν χάρη, αλλά το αντίθετο. Ότι είναι υπάλληλοι του λαού και όχι βασιλιάδες με ανάκτορα, αλάθητο και λευκή επιταγή. Ότι αναλαμβάνουν τη διοίκηση μιας δημοκρατίας και δεν είναι αυτόκλητοι μεσσίες χωρίς υποχρέωση λογοδοσίας όποτε πάει κάτι στραβά.

Ότι λαμβάνουν εντολή από τον λαό, έστω και με πλειοψηφία των λίγων που ψηφίζουν πια, για να μην τα κάνουν θάλασσα, για να δημιουργήσουν ένα φυσιολογικό κράτος για τους πολίτες τους, να δουλέψουν για την κοινωνία και τον τόπο και όχι για να εκμεταλλευτούν την εξουσία ως όχημα για την πολιτική τους καριέρα. Οπότε, ας κάτσει τη μάππα χαμαί ο Πρόεδρος και οι αγγελιοφόροι του, γιατί προς το παρόν, επιβεβαιώνουν τον Αλεξανδρινό: «Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό, επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται —το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην· υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος».