Αναφέρθηκα χθες, πολύ επικριτικά παραδέχομαι, στη λεγόμενη «κομματική πειθαρχία» που επιβάλουν κατά καιρούς στην Ελλάδα οι πολιτικοί αρχηγοί στους βουλευτές τους όταν πρόκειται να ψηφίσουν υπέρ ή κατά επίμαχων και διαμφισβητούμενων νομοσχεδίων.

Ένα από αυτά είναι και το σχετικό με την ίδρυση (υπό συγκεκριμένες και αρκετά αυστηρές προϋποθέσεις) και ιδιωτικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων και στην Ελλάδα, που συζητείται τώρα στη Βουλή των Ελλήνων και θα πάει προς ψήφιση.

Όπως φαίνεται, θα περάσει με τις ψήφους των 158 βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, ίσως και με εκείνους της Πλεύσης Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου που έχει 8 βουλευτές. Είναι μια άνετη πλειοψηφία, αλλά όχι επιθυμητή για ένα νομοσχέδιο που, εκτός των άλλων, κοντράρεται με το ίδιο το Σύνταγμα, του οποίου το 16ο Άρθρο, ρητά απαγορεύει την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Τούτο το «ρητά» όμως, το αμφισβητούν δύο πολύ καταξιωμένοι και έγκυροι συνταγματολόγοι, ο Ευάγγελος Βενιζέλος (πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Σαμαρά) και ο Βασίλειος Σκουρής, ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής της Θεσσαλονίκης και πρώην Πρόεδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε πρόσφατη δημοσίευσή τους επισημαίνουν ότι το Άρθρο 16 του ελληνικού Συντάγματος πρέπει να ερμηνεύεται σε αρμονία προς το Δίκαιο της ΕΕ «προκειμένου να διασφαλίζεται η ομαλή συνύπαρξη διαφορετικών εννόμων τάξεων όταν ένα ζήτημα εμπίπτει στο πεδίο και των δυο».

Συγκεκριμένα, επισημαίνεται καθαρά ότι όταν υφίσταται σημαντική διάφορα-σύγκρουση μεταξύ αυτών που ονομάζουν «εννόμων τάξεων», το ενωσιακό δίκαιο υπερισχύει του εθνικού.

Υπάρχουν, όμως, και άλλοι συνταγματολόγοι, π.χ. ο Κώστας Μποτόπουλος, που υποστηρίζουν ότι πρώτα πρέπει να αναθεωρηθεί το Άρθρο 16 του Ελληνικού Συντάγματος (κάτι που θα πάρει τουλάχιστον 5 χρόνια, γιατί μπορεί να το διαχειριστεί μόνο η επόμενη Βουλή, όχι η τωρινή) και μετά να ψηφιστεί ο νόμος για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Όπως και να έχει, φαίνεται πως το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω και η συζήτηση πια μετατίθεται στο ποια πανεπιστήμια θα έρθουν. Από τα πιο γνωστά, «παίζεται» πολύ το πανεπιστήμιο της Σορβώνης, το οποίο θα συνδεθεί με το Γαλλικό Ινστιτούτο στην Ελλάδα, που ιδρύθηκε το 1907 και αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά του πολιτιστικού του δικτύου που έχει σε όλο τον κόσμο.

Επίσης, γίνεται λόγος για «κάποια γνωστά» πανεπιστήμια στην Αμερική, τα οποία φέρονται να είναι στην λίστα του υπουργού Παιδείας, Κυριάκου Πιερρακάκη στο επικείμενο ταξίδι του, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, στις ΗΠΑ.

Για τα κυπριακά ιδιωτικά πανεπιστήμια, ήδη έχει ακουστεί ότι ετοιμάζονται δύο: Το Ευρωπαϊκό και το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Και στα δύο φοιτούν πολλοί φοιτητές εξ Ελλάδος, τους οποίους, βεβαίως, δεν θα ήθελαν να χάσουν τα δύο κυπριακά εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Πρέπει να πω, πάντως, πως και όσα πανεπιστήμια έρθουν από την Κύπρο, θα πρέπει να φροντίσουν να ανατρέψουν την εντύπωση που υπάρχει εδώ, ότι υπολείπονται σε ερευνητική δουλειά και διδακτορικά προγράμματα.

«Τα πανεπιστήμια, εκτός των άλλων, δεν είναι εκπαιδευτήρια. Είναι κέντρα έρευνας. Εγώ όταν δίδασκα, προσπαθούσα στην έρευνά μου να διευρύνω τη γνώση στα οικονομικά θέματα. Αυτήν τη γνώση τη μετέφερα πιο πολύ στους μεταπτυχιακούς φοιτητές, και λιγότερο στους προπτυχιακούς. Το πανεπιστήμιο δεν είναι μόνο κάτι που εκπαιδεύει φοιτητές. Είναι μία κοινότητα, που αποφασίζουμε μαζί για την έρευνα και με ένα νήμα ενώνουμε τους φοιτητές μας με αυτήν». Αυτά κατέγραψα να λέει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, τώρα της Νέας Αριστεράς, σχετικά με την πιο βασική ανησυχία του (αυτήν της έρευνας) για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια που θα έρθουν στην Ελλάδα.

Ο κ. Τσκαλώτος σπούδασε Φιλοσοφία, Πολιτική και Οικονομικά στην Οξφόρδη. Εκεί εκπόνησε και τη διδακτορική του διατριβή, εν συνεχεία, δίδαξε οικονομικά στο πανεπιστήμιο του Κεντ και από το 2010 είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.