Η ζωή μου ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’60 σε ένα σπίτι βορείως του Πενταδρόμου, ο οποίος αποτελούσε ορόσημο του ιστορικού κέντρου της πόλης, ενώ εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι κομβικό σημείο, παρόλο που η Λεμεσός απλώθηκε άναρχα σαν αμοιβάδα. Στο παιδικό μου ασυνείδητο ήταν ο ομφαλός της γης, ενώ σ’ αυτόν οφειλόταν η περιστροφή της. Στον ένα από τους πέντε δρόμους μόλις είχε δοθεί το όνομα «Ανεξαρτησίας», λόγω της πολυπόθητης ανεξαρτησίας του νησιού και της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας. Περπατώντας την, έφτανες στη θάλασσα με τον μόλο, τα νεοκλασικά σπίτια, αλλά και την αγορά, τα καταστήματα, τα δικαστήρια, το διοικητήριο, το ταχυδρομείο και διάφορες άλλες υπηρεσίες.
Ανηφορίζοντας τον Πεντάδρομο προς την οδό Αγίας Ζώνης έφτανες θαυματουργά στο πατρικό μου σπίτι, περνώντας πριν από ένα σύγχρονο μπλοκ καταστημάτων, όπου στεγαζόταν το ζαχαροπλαστείο Elite της Καίτης και του Χρίστου Τηλλυρίδη που είχαν μάθει την τέχνη της ζαχαροπλαστικής στην Αίγυπτο. Μοσχομύριζε ο δρόμος από γλυκά που ψήνονταν στον φούρνο, ενώ στο γυάλινο ψυγείο παρέλαυναν οι πολύχρωμες πάστες από σαντιγί με τα παράξενα γαλλικά ονόματα και στον πάγκο τα γιγάντια ταψιά με τους μπακλαβάδες.
Το ενδιαφέρον μου μετατοπίστηκε αργότερα στο μοντέρνο φαρμακείο «Κοραής» που μόλις είχε ανοίξει ακριβώς δίπλα. Μέχρι τότε πηγαίναμε μόνο στο παλιό παραδοσιακό φαρμακείο του Ανδρέα Λάμπρου, φίλου του πατέρα μου, που βρισκόταν δίπλα από το παντοπωλείο. Η μυρωδιά από τα γιατρικά έσμιγε με αυτήν του φρεσκοαλεσμένου καφέ του διπλανού καφεκοπτείου, του επίσης οικογενειακού φίλου Μανώλη Καϊμακάμη.
Στο καινούργιο φαρμακείο «Κοραής» με τις λευκές φορμάικες και τα αμέτρητα συρταράκια στον τοίχο, ο φαρμακοποιός ο κύριος Αντρέας και η γυναίκα του η Αννίτα, δυο ψηλόλιγνοι και όμορφοι νέοι έμοιαζαν με ηθοποιούς από ταινία του γαλλικού κινηματογράφου. Η Αννίτα μιλούσε μάλιστα γαλλικά αφού η μητέρα της η κυρία Ρεβέκκα υπήρξε από τις πρώτες καθηγήτριες γαλλικών στην Αμμόχωστο απ’ όπου εκτοπίστηκε.
Χάζευα τα μπουκαλάκια με τα γαλλικά αρώματα, στολισμένα στα ράφια, ενώ η ευωδιά τους έφτανε ως έξω όταν παρφούμαραν τις πελάτισσες. Το αμάλγαμα των αρωμάτων εξουδετέρωνε τη μυρωδιά των γιατρικών, μετατρέποντας στα μάτια μου τον χώρο σε γαλλική parfumerie. Το νεαρό ζευγάρι έφερε με τα αρώματα και τα καλλυντικά ένα αλλιώτικο ευωδιαστό αέρα στη γειτονιά μας. «Rive gauche», (Αριστερή όχθη), έτσι λεγόταν και το πρώτο μου άρωμα, δώρο στα δωδέκατά μου γενέθλια, όταν έμπαινα και επίσημα στην εφηβεία, ενώ η έμμηνος ρύση θα με ταλαιπωρούσε κάθε μήνα και ούτε τα βοτάνια, ο ζαμπούκκος ή οι μπουγιόττες θα με λύτρωναν από τους πόνους.
Ο θαυματοποιός κύριος Κοραής μου χορήγησε τις μαγικές σταγόνες που ανακούφιζαν άμεσα από τους πόνους αν πρώτα κατάφερνες να τις πιείς, αφού ήταν «πικρές φαρμάτζιν». Σύντομα έγινε ο προσωπικός μας γιατρός αφού σ’ αυτόν πηγαίναμε για οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας: κρυολογήματα, πονόλαιμο, ωτίτιδες, πονόδοντο. Ακόμη και για στραμπούληγμα, για αλλεργίες, για τσιμπήματα σφήκας ή δράκαινας στη θάλασσα, για να περιποιηθεί τις πληγές μας, να μας χορηγήσει τις κατάλληλες αλοιφές για τα σπυράκια της ακμής. Οι μεγάλοι για να τους μετρήσει την αρτηριακή πίεση, παραπέμποντας τους ανάλογα, σε καρδιολόγο ή παθολόγο.
Όποτε κάποιο μέλος της οικογένειας χρειαζόταν κάτι εγώ προθυμοποιούμουν να τρέξω στου Κοραή αφού ήταν πολλές οι πιθανότητες να τον βρω με την κιθάρα του, μόνο ή με φίλους να τραγουδούν Χατζιδάκι, Θεοδωράκη ή καντάδες. Τότε θα μας εξυπηρετούσε η επίσης ευγενέστατη και πάντα χαμογελαστή γυναίκα του, ενώ θα με παρφούμαρε φεύγοντας. Τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες που το φαρμακείο του διανυκτέρευε, η μουσική από κιθάρες και οι μελωδικές φωνές των Κώστα Χριστοδούλου, Κλαύδιου Θεοχάρους και Πέτρου Μισιελή, βιολινίστα και σαξοφωνίστα, έφταναν ως το σπίτι μας μες στην ησυχία της επαρχιακής πόλης, όπου όλοι κοιμούνταν νωρίς.
Μόνο το φαρμακείο διανυκτέρευε, το φως του ένας φάρος μες στα ήσυχα βράδια της Αγίας Ζώνης και του Πενταδρόμου, γύρω από την τροχιά του οποίου γύριζε η γη και ο κόσμος μας. Οι ζωές μας είχαν εκείνη την εποχή ένα άλλο ύφος όπως και οι μέρες μας. Οι άνθρωποι του νησιού δεν είχαν το σημερινό υφάκι που φορούν μερικοί. Χρόνια απλά, ανεπιτήδευτα που κυλούσαν με μόνο άξονα την αγάπη, βάλσαμο στην κάθε πληγή.
«Το ύφος μιας μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε ξένο τόπο ο αιθέρας μιας παμπάλαιης στιγμής
Καινούρια σπίτια σκονισμένες κλινικές εξανθηματικά παράθυρα φερετροποιεία… Συλλογίστηκε κανένας τί υποφέρει ένας ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτερεύει; Ακαταστασία στην κάμαρα: συρτάρια παράθυρα πόρτες ανοίγουν το στόμα τους σαν άγρια θηρία· ένας απαυδισμένος άνθρωπος ρίχνει τα χαρτιά ψάχνει αστρονομίζεται γυρεύει.
Στενοχωριέται: αν χτυπήσουν την πόρτα ποιός θ’ ανοίξει; Αν ανοίξει βιβλίο ποιόν θα κοιτάξει; Αν ανοίξει την ψυχή του ποιός θα κοιτάξει; Αλυσίδα. Πού ’ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα στα δυο και τον αποσβολώνει;
Λόγια μονάχα και χειρονομίες. Μονότροπος μονόλογος μπροστά σ’ έναν καθρέφτη κάτω από μια ρυτίδα…». («Το ύφος μιας μέρας», Γιώργος Σεφέρης).