Από την αρχή της διακυβέρνησης Νίκου Χριστοδουλίδη είχε επισημανθεί πως η πλειοψηφία που εξασφάλισε στις προεδρικές εκλογές της 12ης Φεβρουαρίου 2023 δεν του διασφάλιζε αυτομάτως και μια ανάλογη πλειοψηφία εντός της Βουλής, η οποία είναι πάντοτε αναγκαία για μια ομαλή διακυβέρνηση. Έχει έκτοτε επισημανθεί κατ’ επανάληψη από διάφορες κατευθύνσεις πως είναι απαραίτητη η συνεργασία ανάμεσα σε εκτελεστική και νομοθετική εξουσία. Ακόμα και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και οι συνεργάτες του σε διάφορες περιπτώσεις υποστήριξαν πως η κυβέρνηση θέλει τη συνεργασία με τη Βουλή.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν είναι απρόσωπη. Σ’ αυτή συμμετέχουν οκτώ κόμματα. Τρία εξ αυτών των κομμάτων – τουλάχιστον επισήμως – ανήκουν στο χώρο της συγκυβέρνησης, και τα άλλα βρίσκονται στην αντιπολίτευση (δηλαδή δεν συμμετέχουν στην κυβέρνηση). Όμως δεν είναι αυτό το θέμα μας, δεν είναι η ώρα να ασχοληθούμε με τους συσχετισμούς δυνάμεων εντός της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Εκείνο που αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και το οποίο θα πρέπει να προβληματίσει τόσο τους εντός όσο και τους εκτός κυβέρνησης είναι η εμπιστοσύνη της κυβέρνησης, ή καλύτερα του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας, προς το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων.

Εδώ και μέρες παρακολουθούμε και καταγράφουμε μια σειρά από αντιδράσεις μερίδας πολιτικών κομμάτων για την απουσία ενημέρωσης επί δύο σημαντικών ζητημάτων που απασχολούν τον τόπο αλλά και την κοινωνία, ευρύτερα. Το πρώτο θέμα είναι το Κυπριακό και το δεύτερο είναι το μεταναστευτικό. Τόσο ο Δημοκρατικός Συναγερμός όσο και το ΑΚΕΛ έχουν κατ’ επανάληψη καλέσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να ενημερώσει τις πολιτικές δυνάμεις για τις εξελίξεις στο Κυπριακό, αλλά και προσφάτως για το μεταναστευτικό.

Παρά τις εκκλήσεις των δύο μεγάλων κομμάτων του τόπου, υπάρχει άρνηση από προεδρικής πλευράς για να τύχουν ενημέρωσης επί δύο άκρως σημαντικών ζητημάτων. Η απάντηση που έχει, σε διάφορες φάσεις, δοθεί από την κυβερνητική πλευρά είναι πως, η πολιτική ηγεσία θα ενημερωθεί όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κρίνει ότι υπάρχουν εξελίξεις.

Να σημειώσουμε ότι η τελευταία φορά που συνήλθε το Εθνικό Συμβούλιο για να ενημερωθεί για το Κυπριακό ήταν στις 8 Ιανουαρίου 2024. Μια συνεδρία η οποία πραγματοποιήθηκε πριν από το πρώτο ταξίδι της Μαρία Άνχελα Ολγκίν Κουεγιάρ και η οποία – για όσους θυμούνται – λίγο ήταν να περάσει στα αζήτητα, αφού είχε επισκιαστεί από τον πρώτο ευρείας κλίμακας ανασχηματισμό της κυβέρνησης.

Μέχρι στιγμής η προσωπική απεσταλμένη του ΓΓ πραγματοποίησε δύο επισκέψεις στο νησί, στη διάρκεια των οποίων είδε και τα πολιτικά κόμματα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συναντήθηκε με ον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος στη συνέχεια συναντήθηκε – στη Νέα Υόρκη – και με τον Ερσίν Τατάρ. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης είπε ότι στη συνάντησή τους ο Αντόνιο Γκουτέρες έκανε μία πρόταση (διαδικαστικού χαρακτήρα –όπως διευκρινίστηκε μετά) ο ίδιος την αποδέχθηκε και περίμενε να δει και το αποτέλεσμα της συνάντησης του ΓΓ με τον Τατάρ. Έγινε και η συνάντηση Γκουτέρες-Τατάρ, αλλά τίποτε δεν αναφερθεί, για την πρόταση του ΓΓ. Η Ολγκίν πήγε Βερολίνο θα πάει και Παρίσι και αρχές Μαΐου θα έρθει και πάλι στο νησί.

Όλα αυτά δεν θεωρούνται από τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη ότι αποτελούν εξελίξεις για τις οποίες χρειάζεται να συνέλθει το Εθνικό Συμβούλιο για να ενημερωθεί. Αλλά ακόμα και αν δεν θεωρεί αναγκαία μια συνεδρία ΕΣ τότε κάλλιστα θα μπορούσε να καλέσει τους κομματάρχες στο γραφείο του για κατ’ ιδίαν συναντήσεις για να τους ενημερώσει επί τον εξελίξεων. Ούτε και αυτό έγινε.

Ούτε και για το μεταναστευτικό έκρινε πως χρειάζεται να καλέσει τους αρχηγούς των κομμάτων, είτε σε ολομέλεια ΕΣ είτε τον καθένα ξεχωριστά, για συζητήσουν τις εξελίξεις και να ανταλλάξουν απόψεις. Εκτός εάν θεωρεί πως δεν έχουν τα κόμματα να προσφέρουν ο,τιδήποτε σ’ έναν διάλογο που αφορά το μεταναστευτικό και θα βρει μόνος του, ως κυβέρνηση, λύση στο θέμα.

Από την άλλη μπορεί να μην εμπιστεύεται τους κομματάρχες πως αυτά που θα τους πει δεν θα βγάλουν προς τα έξω και δεν θα τα διαρρεύσουν. Υπάρχει ωστόσο ένα πολύ συγκεκριμένο προηγούμενο, το θέμα της Πύλας, όπου οι αρχηγοί των κομμάτων στάθηκαν στο ύψος τους και δεν διέρρευσαν οτιδήποτε από την ενημέρωση που έτυχαν τότε. Αυτό δείχνει πως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όχι απλώς δεν εμπιστεύεται τους αρχηγούς των κομμάτων, μάλλον τους απαξιώνει. Κι αυτό είναι επικίνδυνο…