Γιατί άλλο να την ζεις και άλλο να την ονειρεύεσαι. Αίφνης και για διάστημα ολίγων μηνών η πόλις μετατρέπεται σε επίκεντρο ζωής.
Το μυαλό δε σταματά να σκέφτεται τρόπους για το πώς αυτή μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο. Επικρατεί ενθουσιασμός και θέληση. Τυπώνονται όμορφα και ακριβά προγράμματα, στήνονται γραφεία και επιτελεία με νέα παιδιά. Ξεκινά μια απίστευτη δημόσια ροή θέσεων, προτάσεων, εισηγήσεων για καλυτέρευση της ημετέρας βιοτής και μελλοντικών ημερών. Τα μανίκια σηκώνονται, τα χαμόγελα προσφέρονται αφειδώλευτα, οι παρουσίες είναι κουραστικές και εξουθενωτικές, από θεατρικές παραστάσεις σε κηδείες, γάμους και αλλαχού.
Οι λόγοι επαναληπτικοί και μονότονοι για να εμπεδωθεί το προτεινόμενο όραμα, που στην καλύτερη περίπτωση είναι πηγαίο, συχνότερα επιβεβλημένο κομματικό και άρα πολιτικό. Ως η υφιστάμενη με όλα τα πιο πάνω θα μπορούσε ν’ αλλάξει, ν’ αποκτήσει άλλο σώμα, να κλείσει πληγές που ματώνουν…και πυορροούν. Μια περίοδος ολιγόμηνη, κρεσέντο ελπίδας και υποσχέσεων για μελλοντικούς άρχοντες, ένα από τα ίδια για τους κοινούς θνητούς της πόλης που γνωρίζουν και βιώνουν.
Και μετά; Συνήθως επιστρέφουμε στη ρουτίνα της πόλης που συνεχίζει…να υψώνεται, ν’ αυξάνεται, να μεγαλώνει και να επεκτείνεται αδιάντροπα σε πεδιάδες και βουνά, να τσιμεντώνετε, ν ’αλλάζει χρώμα και υφή.
Δε χρειάζεται η πόλη λόγια μεγάλα, ποιητικά ή δραματικά. Δε χρειάζεται ξύλινη γλώσσα και υποσχέσεις. Χρειάζεται κατανόηση και γνώση. Μπορεί κάποιος στο επάγγελμά του να είναι εκπληκτικός και γεμάτος επιτυχία, η πόλη όμως είναι πάλλουσα και τίποτα δεν είναι δεδομένο σταθερό, μεταλλάσσεται καθημερινά, οι ανάγκες της εξαρτώνται από συμβάντα απρόσμενα που επιφέρουν αλλαγές τεράστιες.
Η πόλη χρειάζεται διεισδυτικό μάτι και αντίληψη, και αυτός που ενδιαφέρεται να την «βελτιώσει» πρέπει να μπει στα παπούτσια αυτουνού που τη ζει καθημερινά. Χρειάζεται περπάτημα με έντονη παρατηρητικότητα και αναγνώριση λαθών για να καλυτερεύσει. Δεν αλλάζει η πόλη. Αλλάζουν οι άρχοντες. Η πόλη ακολουθεί, όπως λέει και ο ποιητής, και συντάσσεται με τα δεδομένα. Συνεπώς ξεχάστε τα μεγάλα λόγια και ζήστε μια μέρα της πόλης στην αλήθεια της.
Στο χάος και στην απανθρωπιά του κυκλοφοριακού. Στο χάος της απουσίας σύγχρονου πολεοδομικού σχεδιασμού, στο χάος της γραφειοκρατίας, του ωχαδελφισμού και της διαφθοράς. Αυτό είναι το στοίχημα.
Να την ζήσετε! Τολμάτε;
Να μπείτε στο αυτοκίνητό σας και να πάρετε το παιδί σας στο σχολείο ανάμεσα 7.00-8.00 το πρωί και μετά να πάτε φρέσκος στο γραφείο για ν’ αντιμετωπίσετε την υπόλοιπη μέρα. Να πάτε να ψωνίσετε στη Λαϊκή και να μην έχετε τρόπο να σύρεται με ασφάλεια το καροτσάκι γιατί δεν υπάρχουν πεζοδρόμια. Να ζείτε σε περιοχές που είναι προστατευμένες κανονικά δια νόμου και να υπάρχουν προτάσεις για ανεγέρσεις πύργων που συζητούνται στα δημοτικά συμβούλια!
Να πάθει η μάνα σας συγκοπή και να μη μπορεί το ασθενοφόρο να περάσει λόγω στενότητας δρόμου. Να ζείτε σε ένα δρόμο που ήταν ήσυχος και ξαφνικά έχει μετατραπεί σε κόλαση λόγω θορύβου νυκτερινών κέντρων ή τερατωδών μηχανημάτων που κτίζουν μέσα στο κέντρο πύργους και κάστρα, και στις εκκλήσεις σας να κωφεύουν οι πάντες. Αντί να βλέπετε να κτίζονται σχολεία να επιτρέπεται να κτίζονται μεγαθήρια εκκλησιαστικά. Να πάρετε το μικρό σας παιδί στο πάρκο και να μην έχετε έγνοια γιατί τα παιγνίδια που υπάρχουν είναι συχνά σκουριασμένα. Να θέλετε να ξεσκάσετε λίγο και να περπατήσετε μια πόλη πράσινη και να πρέπει να οδηγήσετε στην άλλη της άκρη μέσα από ένα κυκλοφοριακό που φέρνει εγκεφαλικά. Να θέλετε να πάτε θάλασσα, είστε εσώκλειστοι ανάμεσα σε δυο βουνά και ξέρετε ότι όλη η πρωτεύουσα θα βρίσκετε στην οδό Καλλιπόλεως. Να έχετε σπίτι με κήπο που ήταν το κέντρο της ζωής σας, η αγάπη σας, και αίφνης να κόβεται η θάλασσα και ο αέρας από την ημέρα σας.
Τολμάτε να δείξετε στους ξένους σας την πόλη χωρίς ντροπή; Να δείξετε ένα παραδοσιακό κέντρο αληθινό, όχι φτιαχτό που ξεπουλά λευκαρίτικα σε τιμή ευκαιρίας made in Taiwan γιατί γίνονται από ανήλικα παιδιά. Να θέλετε να τους δείξετε με περηφάνια την ιστορία της πόλης σας και να μη ξέρετε από που να ξεκινήσετε, και τι να πείτε όταν τα μνημεία είναι κλειστά και αφημένα στους ανέμους και στη λήθη;
Δεν μιλώ για συγκεκριμένη πόλη. Μιλώ για όλες τις πόλεις του μισού νησιού. Λείπει η ανθρωπιά και η κατανόηση και για τους ντόπιους και για τους πολυάριθμους κατατρεγμένους που αράζουν -για να σωθούν- στις στεριές μας. Είναι μια πραγματικότητα και χρειάζεται να την αντιμετωπίσουμε με θάρρος και ειλικρίνεια παρέα με το συχνά «απών» κράτος που για άλλα γνοιάζεται συνήθως.
Τι έχει μια μεσανατολίτικη πόλη να επιδείξει πάρεξ ιστορία και το κάλλος αυτής; Κακά τα ψέματα ας προσγειωθούμε, δεν είμαστε ούτε Νέα Υόρκη ούτε Ντουπάι ευτυχώς, έχουμε ιστορία και ας την έχουμε φτύσει. Ούτε ο παράφρων έρως με επενδυτές θα λύσει προβλήματα.
Αναζητούμε απεγνωσμένα και δικαιωματικά ένα ντόπιο και αληθινό χαρακτήρα που χάνεται μέσα στην αππωμάρα και την ευμάρεια. Δεν κρύβεται, βγαίνει μέσα από τη σάρκα της πόλης, τη φιλαργυρία των πάντων, την κακογουστιά και την ανυπαρξία αισθητικής και κυρίως από την απουσία σεβασμού στον ιστό και τους ανθρώπους της.
Ελεύθερα, 21.4.2024