Διάγουμε ήδη τη Μεγάλη Βδομάδα που αρχίζει από το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων, Ακολουθία του Νυμφίου, και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο. Στη Μεγάλη Βδομάδα γίνεται ανάμνηση των γεγονότων που διαδραματίζονται κάθε μέρα μέχρι τη σταύρωση, πολύ σημαντικά γεγονότα για την θρησκεία μας. 

Τη Μεγάλη Τρίτη, που είναι αφιερωμένη στην παραβολή των δέκα παρθένων και την έλλειψη πίστης και προνοητικότητας, ψάλλεται το τροπάριο της Κασσιανής. Η Μεγάλη Τετάρτη αφιερώνεται στη μετανοημένη αμαρτωλή γυναίκα που άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρο. Η Μεγάλη Πέμπτη είναι αφιερωμένη στο Μυστικό Δείπνο με τους μαθητές του Ιησού και τη σύλληψη Του μετά από την προδοσία του Ιούδα. Ο Ιησούς ανακρίθηκε πρώτα από τον Άννα και ακολούθως καταδικάσθηκε από τον Καϊάφα. Η Μεγάλη Παρασκευή είναι αφιερωμένη στα Άγια Πάθη και τη Σταύρωση και γίνεται η περιφορά του Επιταφίου. Το Μεγάλο Σάββατο γίνεται η Ταφή του Χριστού και η εις Άδου κάθοδος.

Αξίζει να αναφερθούμε στους δύο Ιουδαίους αρχιερείς που δίκασαν τον Χριστό, τον Άννα και Καϊάφα, πεθερό και γαμπρό. Προφανώς, υπήρχε και τότε οικογενειοκρατία. Ο Άννας ήταν ο πρώτος αρχιερέας που διόρισαν οι Ρωμαίοι στην Ιουδαία το 6 μ.Χ.. Εκτελούσε χρέη δικαστή και ήταν υπεύθυνος για τις θρησκευτικές τελετές και τα σχετικά με τον ναό. Υποτίθεται ότι διασφάλιζε τα συμφέροντα του λαού ενώ είχε άριστες σχέσεις με τους κατακτητές Ρωμαίους, ότι και να σημαίνει αυτό. Όμως, δεν είχε δικαίωμα να εκτελέσει εγκληματίες, αυτό ήταν «προνόμιο» του Ρωμαίου κυβερνήτη της περιοχής. Όταν ο Άννας πάντρεψε την κόρη του (15 μ.Χ.) παραχώρησε την θέση του στον γαμπρό του Καϊάφα, που έμεινε εκεί είκοσι χρόνια, και ταυτόχρονα έβαλε και τους πέντε γιούς του στο ιερατείο. Δηλαδή, έλεγχε πλήρως την κατάσταση. Η δημοφιλία του Ιησού ενόχλησε και το κήρυγμα του θεωρήθηκε ανατρεπτικό από τον Καϊάφα που φοβήθηκε ανατροπή του κατεστημένου των κατακτητών της πατρίδας του, αφού ο ίδιος και όλη του η οικογένεια ήταν καλά βολεμένοι. Ο Ρωμαίος διοικητής Πιλάτος αρχικά αρνήθηκε να καταδικάσει τον Ιησού με τις γελοίες κατηγορίες των αρχιερέων αλλά αυτοί επανήλθαν με την κατηγορία ότι αποκαλούσε τον εαυτό του «Βασιλιά των Ιουδαίων». Στην επιμονή των αρχιερέων για καταδίκη, ο Πιλάτος θέλησε να δώσει μια τελευταία ευκαιρία στον Ιησού. Σύμφωνα με το πασχαλινό έθιμο ο Πιλάτος θα ελευθέρωνε ένα καταδικασμένο σε θάνατο τον οποίο θα επέλεγε το πλήθος δια βοής. Η επιλογή επρόκειτο να ήταν μεταξύ του Ιησού και ενός ληστή, του Βαρραβά. Ο όχλος φώναζε δυνατά να ελευθερωθεί ο Βαρραβάς και απρόθυμος ο Πόντιος Πιλάτος δέχτηκε την ετυμηγορία του και είπε «νίπτω τα χείρας μου» επειδή δεν είχε πεισθεί για την ενοχή του Ιησού. Ο ληστής είχε οργανωμένη ομάδα που κατάφερε να παρέμβει δυνατά για την απελευθέρωση του. Οι αθώοι δεν έχουν ανάγκη να οργανώσουν φατρία, ενώ οι ένοχοι συσπειρώνονται σε αγέλες.

Πόσο δίκαιο ήταν να σταυρωθεί ο Υιός του Θεού που ήρθε στον κόσμο να μας σώσει από τις αμαρτίες μας και να αθωωθεί ένας ληστής;

Αλλά πώς ορίζεται το δίκαιο;

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η δικαιοσύνη είναι ένα αγαθό που πηγάζει από ανιδιοτέλεια, ελευθερία ψυχής και νομοτέλεια. Από πολύ παλιά με τον όρο δικαιοσύνη εννοούσαν την ικανοποίηση του περί δικαίου αίσθημα. Και σύγχρονες έρευνες έδειξαν ότι το περί δικαίου αίσθημα είναι έμφυτο ακόμα και σε πολύ μικρά παιδιά. Όταν κάποιος μοιράσει γλυκά με άνισο τρόπο σε παιδιά το αδικημένο παιδί πάντοτε διαμαρτύρεται έντονα.

Στη λειτουργία της δικαιοσύνης δεν επιτρέπονται παρεμβάσεις από άλλες λειτουργίες όπως π.χ. την πολιτική ηγεσία. Σε μια δημοκρατία (εξουσία του δήμου, του λαού) δίκαιο είναι το ηθικά βιώσιμο και ωφέλιμο, το ηθικά ορθό.

Στη σημερινή κοινωνία πόσοι αθώοι καταδικάζονται και πόσοι ληστές που αφαίμαξαν το λαό αθωώνονται;

Πόσοι Άννες και Καϊάφες υπάρχουν που επειδή βολεύτηκαν οικογενειακός συντάσσονται με τον κατακτητή της πατρίδας τους;

Στην Πολιτεία του Πλάτωνα ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι η αδικία επιφέρει αδυναμία αντί για δύναμη γιατί αποκλείει τη συνεργασία ενώ ο Θρασύμαχος υποστηρίζει ότι η δικαιοσύνη είναι το συμφέρον του ισχυρότερου. 

Και ο Σωκράτης συνεχίζει: «Αν δουλειά της αδικίας είναι να σπέρνει παντού το μίσος, όπου κι αν εμφανίζεται, σε ελεύθερους ή σε δούλους, άραγε δε θα τους κάνει να μισούν ο ένας τον άλλο και να ‘χουν διχόνοια και να μην μπορούν να πράξουν κάτι από κοινού;» (Πλάτων, Πολιτεία, A, 351a- d-352a).

Ως γνωστό ο Σωκράτης καταδικάστηκε (399 π.Χ.) σε θάνατο για εισαγωγή «καινών δαιμόνιων» (ασέβεια προς τους θεούς) και για διαφθορά των νέων και αναγκάστηκε να πιει το δηλητήριο κώνειο.

Μετά από 400 χρόνια ένας άλλος αθώος καταδικάστηκε σε θάνατο. Η κοινωνία δεν άλλαξε.

Στα 2000 χρόνια που μας χωρίζουν από τη Σταύρωση του Ιησού πόσοι αθώοι διώχτηκαν και διώκονται ακόμα για τις απόψεις τους που προφανώς ενοχλούν την εξουσία; Καθήκον όλων εμάς να τους προστατεύσουμε.