Μέρα με τη μέρα η περίπτωση του Στέφανου Κασσελάκη επιβεβαιώνει ότι σε χώρες πολιτικά ανώριμες, όπως η Ελλάδα, μπορεί ένας ουρανοκατέβατος άνθρωπος με μηδέν πολιτικό υπόβαθρο αλλά ισχυρό επικοινωνιακό σπρώξιμο –και ακόμα πιο ισχυρό πορτοφόλι– να γίνει παράγοντας. 

Στην πιο πρόσφατη δημοσκόπηση εν όψει ευρωεκλογών, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται με ένα ποσοστό αποδοχής κοντά στο ενισχυμένο 16%, που λιγοστεύει τις πιθανότητες του Ανδρουλάκη, του ΠΑΣΟΚ, να τον φτάσει και να τον ξεπεράσει.

Από πού βγαίνει αυτό το 16%; Θα σας γελάσω. Τα μαθηματικά που σπούδασα δεν έχουν λύση για τέτοιες εξισώσεις, με τόσες πολλές και ακαθόριστες παραμέτρους.

Εάν υπήρχε μια συνδυαστική επιστήμη απειροστικού λογισμού και μιγαδικών συναρτήσεων από την μια και σουρεαλιστικής πολιτικής ελαφρότητας και παραλόγου από την άλλη, ίσως να μας έδινε απαντήσεις σε τέτοια φαινόμενα.

Η ανάλυση, προφανώς, πρέπει να περιέχει και τον Κασσελάκη, και τους ψηφοφόρους του.

Η Ντόρα Μπακογιάννη, που λοιδορήθηκε πρόσφατα στην Κύπρο, είναι μία πολιτικός που έχει μείνει όρθια, παρά τα απανωτά κτυπήματα που δέχτηκε απ’ όλες τις μπάντες. Όποτε έτυχε να βρεθεί όμως απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα πολιτικής, έδωσε αριστουργηματικές απαντήσεις.

Η πρώτη ήταν στον μονίμως σε κατάσταση ακράτειας, συμπατριώτη της εκ Κρήτης, Παύλο Πολλάκη, που, όταν καμιά φορά δαγκώσει τη φαρμακερή του γλώσσα θα πεθάνει ακαριαία από δηλητηρίαση. Ο Πολλάκης δεν χάνει ευκαιρία να επαίρεται ως «παλικάρι» και, μάλιστα, Κρητικό. Η Ντόρα, τον έκοψε μια φορά από ένα τέτοιο παραλήρημα στην Βουλή και του πέταξε το ωραιότατο «ας ’τες παλικαριές, σε ξέρουμε και εμείς από την Κρήτη είμαστε, κότα λειράτη είσαι καημένε…». Και γέλασε και το παρδαλό κατσίκι.

Η δεύτερη κορυφαία ατάκα της ήταν όταν δημοσιογράφος της ζήτησε πρόσφατα να σχολιάσει την Συμφωνία των Πρεσπών επί ΣΥΡΙΖΑ, συμφωνία που τρίζει κάπως τώρα με την πρόεδρο της Βόρειας Μακεδονίας να επιμένει ότι η ίδια καταργεί το «Βόρεια», απάντησε «εμείς δεν είμαστε ρεμπεσκέδες», εννοώντας ότι ήταν μια συμφωνία που δεν ήταν καλά δεμένη.

Έψαξα να βρω την κυπριακή ερμηνεία του ρεμπεσκέ, αλλά το πιο κοντά που έφτασα νομίζω πως είναι το «αμπάλατος». Αν έχετε άλλες απόψεις, με χαρά να μου τις στείλετε στο μέιλ μου, να τις δημοσιεύσω.

Έχει ένα ενδιαφέρουν κομμάτι στην ιστοσελίδα του το BBC για το πώς ο πρωθυπουργός της Σλοβακίας, Ρόμπερτ Φίτσο, που δέχτηκε δολοφονική επίθεση και νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση ακόμα, ξεκίνησε την πολιτική του σταδιοδρομία ως κομμουνιστής, έπειτα μετεξελίχθηκε σε εθνικιστή, χρησιμοποίησε πολιτικά το Covid (αντιεμβολιαστής φανατικός), την Ουκρανία (υπέρ της Ρωσίας, φανατικός) και τους λεγόμενους πολιτιστικούς πολέμους, για να κυριεύσει στην πολιτική σκηνή της χώρας του.  

Στις πολιτικές επιστήμες, «πολιτιστικός πόλεμος» ορίζεται ως ένα είδος πολιτιστικής σύγκρουσης μεταξύ διαφόρων κοινωνικών ομάδων που προσπαθούν πολιτικά να επιβάλουν τις δικές τους απόψεις στην κοινωνία…

Σηκώνει συζήτηση. Το σκέφτηκα βλέποντας τη φωτογραφία και διαβάζοντας την είδηση από συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, σε διάφορα μέρη της Ευρώπης από άτομα που είναι ή και αυτοπροσδιορίζονται ως ΛΟΑΤΚΙ, κατά του «απαρτχάιντ του Ισραήλ», όπως γράφουν τα πανό τους και υπέρ της Παλαιστίνης. Καλά κάνουν και δικαίωμά τους.

Όπως γράφει, όμως στο Protagon η Αθηναΐς Νέγκα, υπάρχει και μια άλλη ματιά στα πράγματα – δείτε την σαν τροφή για σκέψη:

«Μέσα στον θολό αναβρασμό, γυναίκες και ΛΟΑΚΤΙ άτομα, υπερασπίζονται με πανό και συνθήματα “αυτό” που απεχθάνεται τις πολιτισμικές τους αξίες, καταπιέζει τις γυναίκες και απαγορεύει απόλυτα με μίσος και βία τη διαφορετικότητα. Είναι σαν να νομίζουν πως οι ίδιοι θα γλίτωναν αν τύχαινε να βρεθούν στο μακελειό, γιατί θα εξηγούσαν στους σφαγείς τις απόψεις τους περί “αντίφα”». (φωτό)