Όταν έφυγε από τη ζωή ο παππούς Λεωνίδας, η γιαγιά έμεινε μόνη στο μεγάλο σπίτι, στο ανώτατο άκρο του χωριού τη «Μούττη». Αποτελείτο από κάμαρες σκόρπιες που δεν συγκοινωνούσαν η μια με την άλλη, κτισμένες σε δύο επίπεδα. Ενώ σχεδόν όλα τα σπίτια είχαν εσωτερική αυλή με ένα ξωπόρτι το οποίο ρομάνιζαν τη νύχτα, μόνο το σπίτι των παππούδων ήταν σαν πέρασμα, χωρίς τοίχο, εξωτερική πόρτα ή έστω καγκελόπορτες που να κλείνουν.
Μόνη πια χωρίς τον άντρα και αφέντη της, η Στασού αροθυμούσε να διασχίζει μες στη νύχτα την πάνω αυλή με το απαλάτι και την κάμαρή της. Έτσι, μετακόμισε κάτω, βάζοντας ένα κρεβάτι κοντά στην τσιμινιά, με τις φλόγες να τη συντροφεύουν μες στο κρύο του χειμώνα, όταν φυσούσε ο βορκάς και το χωριό πάγωνε. Τι να συλλογιζόταν κοιτάζοντας τις να χορεύουν αλλάζοντας σχήματα; Σίγουρα θα παρελαύναν μπροστά της οι άνθρωποι που πέρασαν από τη μακρά ζωή της και χάθηκαν στο βάθος του χρόνου. Τη μέρα έβγαζε καρέκλα στο ηλιούδιν και τα δειλινά με τη γειτόνισσά της, τη Χρυσανθού και άλλες χωριανές έψηναν καφέ και κάθονταν μαζί να πομορίσουν γύρω από μια φουκού.
Οι πίνακες, οι φωτογραφίες και τα κάδρα του παππού έχασκαν πάντα κρεμασμένα στους τοίχους. Τα κατέβαζε πριν τις μεγάλες γιορτές για να τα ξεσκονίσει. Με τα χρόνια τα κάδρα, αλλά και οι αρμαρόλλες γέμιζαν καρτ-ποστάλ που έστελναν οι εγγονές της από τις χώρες των σπουδών ή τα ταξίδια τους. Εικόνες από την Ακρόπολη, τον Πύργο του Άιφελ και της Πίζας, το Πριγκιπάτο του Μονακό, τα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, το άγαλμα της Ελευθερίας. Γέφυρες, ποτάμια και λίμνες με κύκνους.
Η γιαγιά είχε βγει μια μόνο φορά από το νησί όταν την πήραν ο γιος και οι εγγονές στην Αίγυπτο και στους Αγίους Τόπους. Από εκεί προμηθεύτηκε τα σάβανά της τα οποία φύλαγε κολλαριστά και μοσχομυριστά στο ερμάρι της. Τα έβγαζε για να τα φρεσκάρει κάθε τόσο για να είναι έτοιμα όταν θα ερχόταν η μεγάλη μέρα. Στον τοίχο μαζί με τις κάρτες κρέμαγε και φωτογραφίες των εγγονών αλλά και τρεις δικές της όπως με τον γιο της στην κουπαστή του πλοίου, μπροστά από τον Πανάγιο Τάφο και μια τρίτη μπροστά από τις Πυραμίδες.
Όταν η γιαγιά έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, το σπίτι που μύριζε ασβέστη και καθαριότητα, άρχισε σιγά-σιγά να φθίνει από την υγρασία. Ώσπου ο γιος και οι εγγονές έκαναν αναπαλαίωση φροντίζοντας να συντηρηθούν τα έπιπλα, τα πλείστα κατασκευασμένα από τον ίδιο τον παππού. Κατέβασαν τα κάδρα από τους τοίχους, τις καρτ-ποστάλ και τις φωτογραφίες ενώ σ’ ένα τενεκεδένιο κουτί βρέθηκαν πολλές χριστουγεννιάτικες κάρτες ή επιστολές από τα φοιτητικά χρόνια ή τα ταξίδια των εγγονών στο εξωτερικό. Όλες άρχιζαν και τελείωναν με τον ίδιο τρόπο.
«Αγαπημένη μου γιαγιά,
Είμαι καλά, το ίδιο εύχομαι και για σένα. Μόλις τέλειωσα τις εξετάσεις μου, έχουμε μια εβδομάδα διακοπών και ήρθα με φίλες μου στη Βενετία με το τραίνο. Η πόλη είναι κτισμένη μέσα στο νερό, όπως στον πίνακα που έχουμε στην τζαμαρία μας. Έχει κανάλια που τα διασχίζουν βάρκες, οι γόνδολες, στενά δρομάκια όπως στη Δορά αλλά και μεγάλες εκκλησίες, παλάτια και πλατείες».
Οι παππούδες έφυγαν από τη ζωή χωρίς να μάθουν ποτέ πως το χωριό τους υπήρξε φέουδο της Ενετής βασίλισσας Αικατερίνης Κορνάρο, χωρίς ν’ ακούσουν ποτέ για τους Φράγκους κατακτητές, ούτε να διερωτηθούν γιατί τόσοι χωριανοί ήταν γιάλλουροι, με ανοιχτά γαλάζια ή μελισιά μάτια και λευκή επιδερμίδα.
Γνώριζαν μόνο για τους αιώνες σκλαβιάς που πέρασε το νησί κάτω από τον ζυγό των Τούρκων τζαι των Εγγλέζων. Στο συλλογικό ασυνείδητό τους, φώλιαζε πάντα ο φος των εισβολέων τζαι των Σαρατζηνών. Πολλοί απ’ αυτούς δεν ένιωσαν καν πως ήταν νησιώτες, αφού έφυγαν από τη ζωή χωρίς να δουν ποτέ τη θάλασσα, τόσο καλά κρυμμένο και προστατευμένο από ανθρώπου μάτι ήταν το χωριό, μες στα άρκα τα όρη, κάπου ανάμεσα στο Χα ποτάμι και τον ποταμό Διαρίζο.
Η Παναγία η Φωτολάμπουσα τους έσιεπε που την μούττην του βουνού Κορτυλά, προστατεύοντας το χωριό που άντεξε διά μέσου των αιώνων και των πέτρινων χρόνων του τουρκικού σκοταδισμού, αφού έπρεπε νάρθει η πολυπόθητη Κυπριακή Ανεξαρτησία για να ηλεκτροδοτηθεί. «Έφερεν μας το φως ο Μακάριος» έλεγαν με ευγνωμοσύνη οι χωρικοί «τζαι ας όψουνται οι πραξικοπηματίες που μας εφέραν πάλαι τον Τούρκο».
Οι κάρτες και οι επιστολές διαβάζονταν μεγαλοφώνως στην πλατεία, στην παρουσία πολλών χωριανών, από τον ιερέα ή τον μουχτάρη , εφόσον η γιαγιά δεν ήξερε γράμματα. Όλες έκλειναν με τον ίδιο τρόπο.
«Πολλούς χαιρετισμούς και την αγάπη μου σε όλους τους χωριανούς».
dena.toumazi@gmail.com