Η άσκηση της πολιτικής είναι πολύ πιο δύσκολη υπόθεση από τον σχολιασμό της. Εάν αλλάζαμε ρόλους, το αποτέλεσμα θα ήταν αποκαρδιωτικό, για να μην πω και ολέθριο. Κατά κανόνα, όσοι έχουν κάνει το cross-over, και μάλιστα διατηρώντας την βασική τους ιδιότητα, πρέπει να έχουν καταλάβει το ευνόητο. Ότι δεν μπορείς να παίζεις καλά και στα δύο μέτωπα… Για να δυναμώσω ακόμα πιο πολύ το επιχείρημα, θα πω ότι εάν οι αθλητικοί συντάκτες έμπαιναν στην ενδεκάδα μιας ποδοσφαιρικής ομάδας και να παίξουν εκείνοι, κάτι που κάμποσοι το επιθυμούν, η τουλάχιστον συμπεριφέρονται σαν να είναι παικταράδες, η ομάδα θα πήγαινε σίγουρα σε διαβάθμιση.

Τα λέω αυτά , έστω και εν τη υπερβολή τους, για να στιγματίσω αυτό το γενικό κλίμα του «ξερολισμού» που επικρατεί τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο στα πολιτικά και δημοσιογραφικά λιμέρια, αλλά ακόμα και (ή μάλλον, κυρίως και) στα ανεξέλεγκτα στέκια των σόσιαλ μίντια. 

Εκεί, όπως και σε μερικά δημοσιογραφικά έντυπα και sites, υπάρχει μια εγγενής άγνοια του αντικειμένου με το οποίο ασχολείται ο καθένας. Π.χ. εάν δεν ξέρω το προσυμφωνημένο πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν, μπορώ να διαφωνήσω με την ατζέντα (εφ’ όσον γνωρίζω, ως όφειλα, το σκεπτικό υπό το οποίο συμφωνήθηκε), αλλά δεν μπορώ να προσδώσω άλλη σημασία στο γεγονός επειδή κάποια θέματα αφέθηκαν έξω.

Στο ποδόσφαιρο, λέγεται τακτική. Και πολλές φορές ο προπονητής μπορεί να θυσιάσει έναν καλό παίκτη από την επίθεση για να ενισχύσει την άμυνά του, με απώτερο στόχο, να πάρει καλύτερο αποτέλεσμα στον επόμενο αγώνα.

Οι καλοί πολιτικοί και αθλητικοί ρεπόρτερ ξέρουν αυτές τις τακτικές κινήσεις. Κάποτε πετυχαίνουν, κάποτε όχι. Και φυσικά, πρέπει να είναι έτοιμοι να δεχτούν οι μεν, και να ασκήσουν οι δε, αυστηρή κριτική.

Θα το ξαναπώ: είναι δύσκολα αθλήματα και τα δύο. Ιδίως σε χώρες όπου η μεν πολιτική παράδοση είναι τίγκα στα μίση, στα πάθη και στην διαφθορά – προσθέστε κι ένα στοιχείο ανικανότητας. Η δε αθλητική είναι όλα αυτά μαζί, συν το στοιχείο του «γενικού παραγοντισμού», που επιδέχεται πολλές ερμηνείες, μη εξαιρουμένων και ακραίων…

Λοιπόν: Το βασικό συμπέρασμα από την συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν στην Αγκυρα αυτήν την εβδομάδα, είναι ότι, όπως είπε ο Υπ. Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης σε κεκλεισμένων των θυρών ενημέρωση των κομμάτων για τα εθνικά μας ζητήματα, όσον αφορά τα ελληνοτουρκικά θα τα πουν ξανά οι δύο ηγέτες στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στα μέσα Σεπτεμβρίου.

Η ατζέντα παραμένει ανοικτή, και αν υπάρξει «εξειδίκευση», θα αποφασιστεί από τις δύο επιτροπές που συνεχίζουν αδιάκοπα τις επαφές και τις διαβουλεύσεις, στην Άγκυρα-Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα.

Ο «Φ» γνωρίζει ότι μέσω αυτής της διπλωματίας, που διεξάγεται μεταξύ δύο εξαιρετικά κατηρτισμένων αντιπροσωπειών, θα αξιολογηθεί τον Σεπτέμβριο εάν θα είναι ώριμες οι συνθήκες για να ανοίξει η συζήτηση για τα λεγόμενα ακανθώδη ελληνοτουρκικά ζητήματα, που είναι η οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας.

Το Κυπριακό δεν είναι στις πρώτες θέσεις της ατζέντας. Για έναν πολύ απλό και λογικό λόγο: Με πρόοδο στα πρωθύστερα, ενδυναμώνεται η εμπιστοσύνη για το Κυπριακό, το οποίο όμως γνωρίζουμε ότι συζητείται «εκτός διαδικασίας».

Και δεν είναι η πρώτη φορά που θα πούμε ότι η δυσκολία πιο δυναμικής ανάπτυξης του μέγιστου αυτού εθνικού θέματος, είναι τα μηνύματα που παίρνει η Αθήνα από πολλές πλευρές, ότι η Λευκωσία, δηλαδή ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, δεν πείθει ότι έχει την δυνατή επιθυμία, την απαιτούμενη αποφασιστικότητα, και την αναγκαία ικανότητα για να προχωρήσει. 

Ναι. Η πολιτική είναι πολύ πιο δύσκολο παιχνίδι από το ποδόσφαιρο. Όχι γιατί μπορεί να κληρωθείς εσύ, μικρή ομάδα, να παίξεις με την Μπαρτσελόνα, αλλά με έναν αντίπαλο που δεν έχεις ακόμα απολύτως πειστεί ότι δεν παίζει αθλητικά…

(*) Ο τίτλος είναι από μία από τις πιο επιτυχημένες διαφημίσεις ποτέ στην Ελλάδα. Όπου βλέπεις δύο ωραίους ηλικιωμένους στον καφενέ, να πίνουν με απόλαυση το καφεδάκι τους, και ο ένας να λέει στον άλλο με παραδοχή «έκαστος στο είδος του, κι ο Λουμίδης στους καφέδες»! Ακόμα κι ο Σαββόπουλος τον προτιμά!