Τα «Ψαράτικα» ήταν τη δεκαετία του ’60 η πιο πολυσύχναστη παραλία λόγω της εγγύτητάς της με την πόλη αφού ξεκινούσε εκεί που τέλειωνε ο μόλος με τα νεοκλασικά αρχοντικά. Αναψυκτήρια, κεντρούδκια με πολύχρωμες πλαστικές καρέκλες, πρόσφεραν σκιά και δροσιά κάτω από την ψάθινη σκεπή τους. Οι ξαπλώστρες ήταν άγνωστο είδος, οι κολυμβητές άπλωναν την πετσέτα τους στα χοντρά χαλίκια, τις «τσακκίλες» με τα οποία ήταν στρωμένη όλη η ακτή για χιλιόμετρα ολόκληρα. Ούτε να ξαπλώσουμε ομαλά δεν μπορούσαμε, αφού θα ’μασταν σαν φακίρηδες στο χαλί, με καρφιά από κάτω. Μα ποιος ήθελε να ξαπλώσει εκείνη την εποχή; Μόνο τη δροσιά της θάλασσας γυρεύαμε, μικροί και μεγάλοι, το μαύρισμα δεν ήταν ακόμη της μόδας. Η θάλασσα βαθιά, με το που μπαίναμε μας έχωνε γι’ αυτό και έπρεπε να μάθουμε κολύμπι ή να έχουμε τροχό ή σωσίβια για να μην πνιγούμε.
Όταν οι γονείς είχαν περισσότερο χρόνο, μας έπαιρναν στο κέντρο Μιάμι ή στον Ναυτικό Όμιλο που είχε ανοίξει στη δεκαετία του ’70 με ένα καινοτόμο, μοντέρνο κτήριο, «μόνο για μέλη». Οι ακτιβιστές Γόρης Γρηγοριάδης και Γιαννάκης Ποταμίτης, μετά από διαδηλώσεις διαμαρτυρίας κατάφεραν ν’ αφαιρεθούν και πάλι τα συρματοπλέγματα με τα οποία είχαν αλυσοδέσει τη θάλασσα η οποία «ανήκει σε όλους» όπως έγραφαν τα πανό.
Τις Κυριακές, φορτώναμε τ’ αυτοκίνητο με ομπρέλες, φουσκωτά, παγωνιέρες και καρπούζια και με την οικογένεια του θείου Αρτέμη αράζαμε για την ημέρα στην Απλώστρα, γνωστή ως Lady’s Mile. Εκεί απλώνονταν μπροστά μας χιλιόμετρα αμμουδιάς, με σκούρα σχεδόν μαύρη άμμο και κρίνα του γιαλού. Τα νερά ήταν ρηχά και ήρεμα γεμάτα αστερίες και χάντρες. Στις ανατολικές ακτές του νησιού στο Ριζοκάρπασο και στην Αμμόχωστο υπήρχαν ολόκληρες ακτές με αμμουδερές παραλίες με χρυσή άμμο, διηγούνταν οι μεγάλοι, τις οποίες ονειρευόμασταν να επισκεφτούμε μια μέρα.
Στα Ψαράτικα, ένας ψαράς μας δώρισε τις «δακκαννούρες», τις δαγκάνες, ενός αστακού, που είχαμε δει μόνο σε εικονογραφημένα βιβλία και εγκυκλοπαίδειες. Εννοείται πως οι κάτοικοι του νησιού δεν είχαν δοκιμάσει ποτέ αυτό το παράξενο έδεσμα. Οι αστακομακαρονάδες και τα sushi, είναι νεολογισμοί και νεόφερτα εδέσματα που πολλοί τρώνε απλά γιατί είναι της μόδας. Το ζήτημα είναι βέβαια και ταξικό, γιατί άλλο να καλείς τους ξένους σου για αστακομακαρονάδα και άλλο για σουβλάκια.
Με την αδελφή χαρίσαμε τις δακκαννούρες του αστακού που μπορεί τελικά να ήταν απλά ενός τεράστιου κάβουρα, στον γείτονά μας τον Γιαννάκη που από τότε έγιναν το εξάρτημά του, τις ζωνόταν κυνηγώντας μ’ αυτές τα παιδιά της γειτονιάς. Έτσι πήρε το παρατσούκλι «Αστρακός», αφού τα παιδιά νόμιζαν πως βγαίνει από τη λέξη «όστρακο». Στον δρόμο παίζαμε γερμανικό και μήλο, αλλά όταν έπεφτε η μπάλα μας στην αυλή της κυρίας Έρσης ή της κυρίας Πιστούς κανείς δεν τολμούσε να μπει γιατί θα μας μάλωναν για τα μαδημένα άνθη τους. Τότε ζητούσαμε τη βοήθεια του Γιαννάκη, που πήγαινε στη θέση μας.
Ο Αστρακός έγινε εξ ανάγκης ο πιο ατρόμητος και ατίθασος από τα αγόρια της γειτονιάς, όλοι τον φοβόντουσαν αφού ο ίδιος τα έβαζε ακόμη και με τον πατέρα του ο οποίος έβρισκε πάντα κάποιο λόγο να κτυπά καθημερινά τη γυναίκα του, όταν επέστρεφε από τη δουλειά. Μη αντέχοντας την κακοποίηση της μητέρας του, έμπαινε στη μέση για να τη γλυτώσει με αποτέλεσμα να τρώει και αυτός ξύλο που είχε γίνει μέρος της καθημερινότητάς τους. Ούτε οι παρεμβάσεις των γειτόνων έφερναν αποτέλεσμα, ούτε τα τηλεφωνήματα στην αστυνομία. Έρχονταν τα όργανα της τάξης αλλά έκαναν ανάκριση στη μητέρα του Αστρακού αντί στον πατέρα «Ίντα που τούκαμες για να σε σπάσει στο ξύλο; Εν τζαι δέρνει ο άλλος χωρίς αφορμήν!»
Οι γυναίκες της εποχής υπέμεναν, σιωπούσαν, ξενυχτούσαν στην αυλή μόνες κάτω από τ’ αστέρια, μα δεν θα διανοούνταν να πάρουν διαζύγιο.
«Εν να χωρίσουν οι κουμπάροι μας, έκαμεν της φιλενάδαν πάλαι τζαι έδκιωξεν τον» είπε μια μέρα η κυρία Λέλλα στον σύζυγό της, τον Δημητράκη, ο οποίος έκπληκτος απάντησε «Γιατί ένεν ούλλοι οι άντρες που κάμνουν; Εν λόγος τούτος να διαλύσει την οικογένειά της σιόρ; Έτο εν να κάμει το κέφιν του τζαι εν νάρτει πίσω πάλαι».
Οι άντρες μπορούσαν να κάνουν διπλή ζωή, να εγκαταλείπουν το σπίτι τους και να επιστρέφουν όποτε τους καπνίσει πίσω στη συζυγική στέγη. Η ευτυχισμένη οικογένεια θα έβαζε τα καλά της για να πάει για δείπνο στου Αρίφη, στο Avenida ή σε μια χοροεσπερίδα στο Kύμα. Τα κύματα που έσπαζαν στον μόλο, στα τσακίλια της παραλίας και σ’ όλες τις ακτές του νησιού, έπαιρναν πέρα τις αμαρτίες και τα κοινά-κρυφά μυστικά των κατοίκων του, αλλά χαράζονταν στο ασυνείδητο των παιδιών και των καταπιεσμένων γυναικών περνώντας στο DNA των επόμενων γενεών.
dena.toumazi@gmail.com