Σουρούπωνε την ώρα που ο δρόμος με έβγαλε στο Σκαλί Αγλαντζιάς. Από εκείνο το λόφο, που βλέπεις μπροστά σου το μεγαλύτερο μέρος της Λευκωσίας. Βλέπεις, όμως, και πολλά άλλα. Την πεδιάδα η οποία απλώνεται από την Αγλαντζιά μέχρι τους πρόποδες του παλληκαρόβουνου. Εκείνη τη νοητή γραμμή, «πράσινη» την χαρακτήρισαν. Κατακόκκινη είναι όμως. Βουτηγμένη στο αίμα. Χαράζει τη γλυκιά πατρίδα όπως το νυστέρι που τέμνει έναν εγχειριζόμενο. Τον Πενταδάκτυλο, που από εκείνο το σημείο νομίζεις ότι θα απλώσεις το χέρι και θα τον ακουμπήσεις. Αναπόφευκτα και τη σημαία της πρόκλησης.
Το βλέμμα μου, παρέμεινε απλανές. Νοσταλγία, πόθος, θλίψη και πόνος. Όλα ανάμεικτα στο μυαλό και στην καρδιά. Να επιδίδονται στην ίδια πάλη, την οποία δεκαετίες ολόκληρες επαναλαμβάνουν. Για μια στιγμή, η ματιά μου στράφηκε στη μικρή πλατεία στο Σκαλί. Μια ομάδα νεαρών Κυπρίων σκότωναν την ώρα τους κουβεντιάζοντας. Λίγα μέτρα παραπέρα, δυο ζευγάρια Ασιατών, περπατούσαν αργά, αγκαλιασμένοι. Και στα σκαλιά μερικά μέτρα πιο κάτω 2-3 νεαροί Κύπριοι συζητούσαν με 1-2 νέους μελαψούς, που δεν μπορούσα να ξέρω τη χώρα προέλευσής τους.
Η εικόνα αυτή ήρθε να μπλέξει με την προηγούμενη την οποία έβλεπα. Νέες σκέψεις έγιναν ένα κουβάρι με τις προηγούμενες. Τι ειρωνεία. Τα άτομα αυτά ήταν μερικοί Κύπριοι και μερικοί ξένοι. Αλλόγλωσσοι και αλλόθρησκοι. Βρίσκονταν, όμως, στον ίδιο χώρο. Χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλον. Η διαφορετική γλώσσα δεν ήταν εμπόδιο. Ούτε το διαφορετικό χρώμα δέρματος. Κυρίως, ούτε και η διαφορετική θρησκεία.
Οποία τραγικότης. Τη μικρή αυτή λατρεμένη πατρίδα, κάποιοι φρόντισαν να την μοιράσουν. Το μυαλό φτερούγισε. Άρχισε να συλλογάται ότι στην ουσία δεν υπάρχει καμία διαφορετικότητα που να είναι τόσο ισχυρή ώστε να κρατάει χωριστά τους ανθρώπους. Και την μικρή πατρίδα διαιρεμένη. Ότι κάποιοι άλλοι, που δεν ανήκουν πραγματικά σ’ αυτό τον τόπο, φρόντισαν να ενσπείρουν το μίσος. Η καρδιά σφίχτηκε. Τα μάτια βούρκωσαν. Τα δάκρυα κύλησαν κι έπεσαν στο χώμα. Πότισαν το βασανισμένο σώμα αυτής της πατρίδας. Αναλογίστηκα, πώς πραγματικά έπρεπε να ήταν η ζωή μας, ένθεν και ένθεν. Πόσο μικροί και ανόητοι στάθηκαν οι άνθρωποι. Σε πόσα εγκληματικά κατά συρροήν λάθη υπέπεσαν ώστε επί μισό αιώνα να κρατάμε μια πατρίδα στα δυο.
Γεννήθηκα ανάμεσα σε εκρήξεις και στο κροτάλισμα όπλων ένα παγερό πρωινό του ’64. Γεννήθηκα σ’ έναν τόπο δυο σπιθαμές γης. Την ώρα που κάποιοι έχυναν αίμα για να τον χωρίσουν. Μεγάλωσα ανάμεσα σε κάποιες άλλες εκρήξεις. Κάποια πολυβόλα, που σκότωσαν τα παιδικά μου όνειρα και μοίρασαν τη μικρή αγαπημένη πατρίδα.
Ενηλικιώθηκα, όμως, με ένα όνειρο. Να συναντήσω μια μέρα την ελευθερία. Να την αγκαλιάσω και να περπατήσουμε μαζί στα αγαπημένα χώματα της Κερύνειας και της Αμμοχώστου. Έγινα δημοσιογράφος για να παλέψω γι’ αυτό το όνειρο. Έτσι, τουλάχιστον, πίστευα ότι μπορούσα να κάνω. Μισό αιώνα μετά, όμως, όλα φαντάζουν τόσο μακρινά. Τόσο αδύνατα.
Εκείνη την στιγμή, ένα λευκό περιστέρι διέσχισε τον ουρανό κατά μήκος του λόφου στον οποίο βρισκόμουν. Χάθηκε στο βάθος, με κατεύθυνση το παλληκαρόβουνο. Συμβολική η εικόνα. Αρκετή, όμως, για να με συνεφέρει. Να μου θυμίσει το όραμα ζωής.
Ονειρεύομαι να δω κάποια στιγμή να βρίσκονται δυο ηγέτες, οι οποίοι να δουν ποιο πρέπει να είναι το πραγματικό όραμα. Να έχουν τέτοια ψυχική δύναμη ώστε να αναγεννήσουν την ελπίδα όπως αναγεννάται ο Φοίνικας από τις στάχτες του. Να πείσουν Ε/κ και Τ/κ ότι μπορούν να δείξουν εμπιστοσύνη και ενωμένοι να γυρίσουν σελίδα.
Ονειρεύομαι να μπορέσουν να ενώσουν τους νόμιμους κατοίκους αυτού του τόπου, ώστε σαν μια γροθιά να καλέσουν όλους τους ξένους να τους αφήσουν μόνους τους να αποφασίσουν το μέλλον τους.
Ονειρεύομαι να δω τους νόμιμους κατοίκους να γυρίζουν το κεφάλι. Να αποστρέφουν το βλέμμα από το παρελθόν. Να κοιτάξουν μπροστά προς στο μέλλον.
Ονειρεύομαι να μπορούν όλοι να κυκλοφορούν ελεύθερα σε κάθε γωνιά του νησιού. Χωρίς οδοφράγματα. Χωρίς συρματοπλέγματα. Να συμβιώνουν με σεβασμό. Χωρίς προσπάθεια επιβολής του ενός επί του άλλου. Με φάρο το σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Ονειρεύομαι αυτή την πατρίδα χωρίς ξένους στρατούς. Χωρίς εγγυητές. Χωρίς ξένες παρεμβάσεις. Να αποφασίσουν κάποια στιγμή οι υπερδυνάμεις να επιβάλουν σε όλους τους ξένους να φύγουν από αυτό τον πονεμένο τόπο.
Ονειρεύομαι κάποια στιγμή να τελειώσει ο Γολγοθάς αυτής της βασανισμένης πατρίδας. Να έρθει επιτέλους η Ανάσταση. Να υπάρξει ελπίδα και προοπτική.
Ξέρω. Ακούγονται όλα τόσο ρομαντικά. Παράλληλα, και τόσο ανέφικτα. Και όμως, τίποτα στη ζωή δεν είναι πραγματικά ανέφικτο. Τα πάντα εξαρτώνται από τη δύναμη του ανθρώπου.
Να βρεθούν οι ηγέτες που θα το πιστέψουν και θα τολμήσουν απαιτείται. Που θα εμπνεύσουν τον απλό κόσμο. Που θα του προσφέρουν αυτό το όραμα. Που θα τον πείσουν να κλείσει τ’ αφτιά σε κάθε ξένο. Να πάρει την τύχη αυτής της γλυκιάς πατρίδας στα δικά του χέρια.
Ονειρεύομαι μια ελεύθερη πατρίδα. Μια ενωμένη πατρίδα. Όσο ζω, αυτό θα ονειρεύομαι…
ΥΓ: Όχι, δεν επιχειρώ να μιμηθώ τον τεράστιο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ο γράφων γνωρίζει ότι είναι νάνος μπροστά στη συγκεκριμένη σπουδαία προσωπικότητα. Απλώς, μισό αιώνα μετά, είναι μια προσπάθεια να διατηρήσω το όραμα ζωντανό. Διότι χωρίς αυτό, δεν θα υπάρχει αξία!