Χθες έβρεχε ασταμάτητα μα σήμερα ξημέρωσε μια λαμπρή καλοκαιρινή μέρα με ένα καυτό ήλιο. Αποχαυνωμένη, σταμάτησε στη δροσιά ενός πλάτανου απ’ αυτούς που περιστοιχίζουν την κεντρική λεωφόρο της πόλης κατά μήκος των κτιρίων που στεγάζουν υπουργεία, τράπεζες και γραφεία δημόσιας υπηρεσίας. Σε μερικά από αυτά διακρίνεται ένα σφυροδρέπανο ζωγραφισμένο ή χαραγμένο στην πρόσοψη, θυμίζοντας μια άλλη εποχή. Πώς βρέθηκε μόνη στη μεγάλη λεωφόρο της πρωτεύουσας, όπου πηγαινοέρχονται χωρίς σταματημό και με μεγάλη ταχύτητα τραμ, αυτοκίνητα και πολυτελείς λιμουζίνες;

Είχε περάσει όλη της τη ζωή στην εξοχή, μα να που σήμερα με το πρώτο φως της μέρας και ενώ ακόμη κοιμόταν βρέθηκε να ταξιδεύει σε ένα φορτηγό μαζί με πολλές αγρότισσες που κάθονταν στο πίσω μέρος του, έτρωγαν ψωμοτύρι και μοιράζονταν καφέ από ένα thermos, μιλούσαν και γελούσαν μέχρι να φτάσουν στο κέντρο της πόλης στην υπαίθρια αγορά. Εκεί κάτω από τον καλοκαιριάτικο ήλιο, με μόνη προστασία το πολύχρωμο λουλουδάτο μαντήλι στο κεφάλι, έστησαν τα κασόνια ή ένα πτυσσόμενο κάθισμα με τα λιγοστά προϊόντα που είχε η καθεμιά προς πώληση. Τα είχαν μαζέψει πρωί-πρωί από την αυλή ή το μποστάνι τους: κεράσια, χρυσόμηλα, μούρα, ντομάτες και άλλα κηπευτικά, αλλά και αυγά από το κοτέτσι τους καθώς και λουλούδια: ηλιοτρόπια, λεβάντες και αγριολούλουδα που οι κυρίες της πόλης αγόραζαν για τα βάζα τους.

Ήταν Σάββατο σήμερα, τα γραφεία και τα σχολεία κλειστά, τα καταστήματα δεν είχαν ανοίξει ακόμη, μόνο η υπαίθρια αγορά έσφυζε από ζωή και τα καφέ στα οποία οι θαμώνες προγευμάτιζαν με ξένα ευρωπαϊκά και αμερικάνικα εδέσματα και ροφήματα: croissants, pancakes, frappuccino και americano. Στις παρόδους της λεωφόρου είχαν ξεφυτρώσει πολλά εστιατόρια με fusioncuisine που ετοιμάζονταν να ανοίξουν το μεσημέρι. Ένα από αυτά το διακοσμούσαν ήδη με λευκά άνθη, ασημένιες παγωνιέρες και κολονάτα ποτήρια σαμπάνιας, για να γιορτάσουν κάποιο γάμο ή βάφτιση.

Η ίδια που γεννήθηκε μετά το λιώσιμο των χιονιών, παρατηρούσε το λευκό σκηνικό με δέος. Σαν άνοιξε η πόρτα γλίστρησε μέσα και βρέθηκε ανάμεσα στα περίεργα άνθη, από την Άπω Ανατολή, ορχιδέες και κρίνα ασιατικά που ζάλιζαν με το άρωμά τους. Κανένα δεν ανέδυε τη φρεσκάδα και το άρωμα των λουλουδιών που πουλούσαν οι γυναίκες στην αγορά. Τα λευκά άνθη είχαν την αίσθηση του συνθετικού, τόσες μέρες εξάλλου ταξίδευαν μέχρι να φτάσουν στη χώρα ενώ διατηρούνταν στη ζωή σε ειδικά ψυγεία.

Επέστρεψε στην αγορά όπου και αποχαυνωμένη από τη ζέστη και το άρωμα των λουλουδιών αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε παγωμένη, εφόσον η κυρία που αγόρασε τις καμέλιες βρισκόταν τώρα σ’ ένα τραινάκι που διέσχιζε το οινοποιείο της Cricova, σε μια έκταση 120 χιλιομέτρων κάτω από τη γη, διακλαδωμένο σε στοές και γαλαρίες, στα εγκαταλελειμμένα εδώ και χρόνια μεταλλεία ασβεστόλιθου. Η φυσική θερμοκρασία του χώρου είναι στους 12 βαθμούς γι’ αυτό κόντεψε να ξυλιάσει από το κρύο όσο η κυρία με την καμέλια καρφιτσωμένη σαν αγκράφα του blazer της, δοκίμαζε με την ησυχία της κρασιά και Crisecco, τη σαμπάνια της περιοχής.

Κάποια στιγμή έφτασαν έξω, κάτω από το φυσικό φως του ήλιου, περπατώντας μέσα από τις αλέες με τις κερασιές φορτωμένες ώριμους βυσσινιούς καρπούς. Η κυρία με τις καμέλιες άπλωσε το χέρι και έφερε στο στόμα της δυο-τρεις καρπούς από το δέντρο. Πρώτη φορά στη ζωή της έτρωγε κεράσια κομμένα από το δέντρο και όχι συσκευασμένα στο σουπερμάρκετ. Ο άντρας της δεν σταμάτησε να βιντεογραφεί τις κερασιές, όπως έκανε πριν μέσα στις γαλαρίες με τις χιλιάδες μπουκάλες των κρασιών.

Τότε η γυναίκα ξεφώνισε ενθουσιασμένη στα ισπανικά: «Mira, unamariquita» και κοίταξε μια παπαρούνα, μια πασχαλίτσα. «Φέρνει τύχη!» είπε, πιάνοντάς την προσεχτικά στα δάχτυλά της. Η πασχαλίτσα που είχε πέσει από την καμέλια και ετοιμαζόταν να πετάξει στο φυσικό της περιβάλλον βρισκόταν τώρα έρμαιο στα χέρια της Αμερικανομεξικάνας. Την άφηνε να κόβει βόλτες στην παλάμη της ενώ όταν έφτανε στην άκρια των δαχτύλων, ανοίγοντας τα φτερά της, γύριζε ανάποδα το χέρι της για να βρεθεί και πάλι αιχμάλωτη. Ο άντρας της δεν σταματούσε να βιντεογραφεί για να τη δείξει στα παιδιά τους. Κανείς από τους δυο τους δεν είχε δει μια αληθινή παπαρούνα στην πόλη τους που βρισκόταν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, με τους ουρανοξύστες και τις παράλληλες αριθμημένες λεωφόρους, χωρίς ονόματα. Κάποια στιγμή που η κυρία αφαιρέθηκε, η Μαρικίτα, η παπαρούνα, ανέβηκε στο τεράστιο μονόπετρο της δαχτυλίδι απ’ όπου πραγματοποίησε μια φαντασμαγορική πτήση.

Προσγειώθηκε στο διπλανό λιβάδι με τα ηλιοτρόπια καταφεύγοντας σε ένα από αυτά. Άρχιζε να σκοτεινιάζει και το λουλούδι να γέρνει προς τη γη. Αύριο θα άνοιγε τα πέταλά του για να χαιρετίσει τον ήλιο. Μαζί κι η Μαρικίτα, η παπαρούνα που αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του, ανάμεσα στους μαύρους σπόρους, μετά από μια περιπετειώδη και κουραστική μέρα στη μεγάλη πολιτεία.