«Ναι, αλλά οι δικοί μας Αγώνες στην Αθήνα είχαν την καλύτερη Τελετή Έναρξης», ακούω συνεχώς από την Παρασκευή, ακόμα και πριν ολοκληρωθεί ο γιορτασμός στο Παρίσι. Πέραν αυτού όμως, ξεφύτρωσαν όπως πάντα οι «ειδικοί» των σόσιαλ μίντια, με άποψη ακόμα και για την νηοπομπή των αθλητών μέσα στον Σικουάνα.
Η Τελετή Έναρξης στην Αθήνα το 2024 ήταν πράγματι, για μένα τουλάχιστον, ένα εικαστικό αριστούργημα. Που όσο κι αν την βλέπεις συγκινείσαι και δεν την χορταίνεις. Αυτό «συνέβη» διότι συμμάχησαν πολλοί παράγοντες. Κυρίως ο τότε Πρωθυπουργός Σημίτης, που ζήτησε από την Επιτροπή των Αγώνων να επιλέξει ένα άτομο ικανό, και με θέληση να αφοσιωθεί 100% στο όλο εγχείρημα. Αυτό το πρόσωπο ήταν η Γιάννα Αγγελοπούλου. Για πολλούς, «μια πλούσια σύζυγος εφοπλιστού». Για εκείνους τους λίγους που κρίνουν τους ανθρώπους διαφορετικά, ήταν μια επιλογή ουσίας.
Αυτή επέλεξε για σκηνοθέτη της Τελετής Έναρξης τον Δημήτρη Παπαϊωάννου. Έναν άνθρωπο που είχε όλα όσα σχετίζονται με την Δημιουργία: Σκηνοθέτης, χορογράφος, περφόρμερ και σχεδιαστής σκηνικών, κοστουμιών, μακιγιάζ και φωτισμών. Με παραστάσεις-αριστούργημα, στις μεγαλύτερες αίθουσες τέχνης της Ευρώπης.
Έτσι κάναμε μια Τελετή Έναρξης που ακόμα συζητείται και είναι έργο αναφοράς. Όποτε βλέπω το σχετικό «βίντεο», συγκινούμαι και ψηλώνω.
Βλέπω και διαβάζω στα σόσιαλ μίντια, όπου η «μνήμη της Αθήνας» αντιπαραβάλλεται με το «τώρα» του Παρισιού, απόψεις που ξεφεύγουν από τα όρια μιας θεμιτής κριτικής, και έχουν μετατραπεί σε εθνικιστικό παροξυσμό, σε επίδειξη άθλιας παντογνωσίας.
Στην εκπομπή μου σήμερα το πρωί στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ, φιλοξένησα την έμπειρη δημοσιογράφο, Πόπη Διαμαντάκου, τηλεκριτικό, ειδική σε θέματα προβολής, κυρίως στην Τέχνη και στον Πολιτισμό. Να η δική της γνώμη, όπως την εξέφρασε στο facebook, με την οποία και συμφωνώ απόλυτα:
Ήταν μεγαλειώδης, ήταν πρωτότυπη, ήταν ονειρική και γήινη μαζί, ήταν οι μύθοι και η σύγχρονη πολύ σύγχρονη πραγματικότητα του Παρισιού- όσοι έχουν ζήσει το ξέρουν πολλά χρόνια τώρα.
Ήταν ωδή στην συμπερίληψη, στο καινούργιο που έρχεται, που πρέπει να έρθει και που τρομάζει, ξενίζει, προκαλεί δέος, αποστροφή και περιέργεια μαζί. Με σκηνικό μοναδικό, υπέροχο, την ίδια την πόλη του Παρισιού, με τα μνημεία και τα τοπόσημά της να αναδύονται μέσα από την βροχή που τόσο της ταιριάζει, όλο μαζί σαν σκηνικό πανάκριβου, μοναδικού στην ιστορία video game – άλλωστε φιγούρα από video game ήταν ο σκοτεινός ιππότης, (φωτό) που έκανε παρκούρ στις στέγες των μνημείων και μας παραξένεψε, μέχρι να αντιληφθούμε ότι ήταν ο ξεναγός μας.
Σε ένα κολοσσιαίο βιντεοπαιχνίδι, γιατί αυτό βλέπαμε και “παίζαμε” οι θεατές, όπου συμβαίνουν όλα, απο τα πιο συγκλονιστικά της Γαλλικής ιστορίας, Επανάσταση, γκιλοτίνες, το αίμα της εκδίκησης, απ όπου όμως αναδύθηκε η δημοκρατία και η σύγχρονη Ευρώπη, ο Ουγκό, η λογοτεχνία, η βιβλιοθήκη και το σινεμά, οι γαλλικές πρωτοπορίες, ο Σαιντ Εξυπερί και τα ταξίδια στους αιθέρες και τη φαντασία, οι ιστορικές γυναικείες φιγούρες που τους οφείλεται τιμή και μνήμη περισσότερη απ όσο έχει αποδοθεί.
Χρειάστηκε μια νύχτα και σκέψη για να καταλάβω και να ανοίξει μυαλό και ψυχή ως εκεί που έβαλε τον πήχη ο Τομά Ζολί και τον έβαλε ψηλά. Και ναι, πήρε την σκυτάλη από τον Παπαϊωάννου και προχώρησε 20 χρόνια μετά, 20 αιώνες μετά γιατί τρέχει πια η ιστορία και η πραγματικότητα. Είδαμε την εξέλιξη εκείνου του θεάματος
Τρόμαξε πολλούς, αλλά προσκάλεσε αλλού με χιούμορ και αλλού με ακραία υπερβολή – μήπως αυτό δεν κάνει η Τέχνη; Μήπως αυτό ακριβώς δεν γίνεται πάντα; – να “δούμε” η παγκόσμια κοινότητα και να αποδεχθούμε αυτό που υπάρχει ήδη γύρω μας και απαιτεί τον χώρο που του οφείλεται.
Ναι, ωδή στην συμπερίληψη!! Αλλά και στη μνήμη, στην υψηλή κληρονομιά του Ευρωπαϊκού πολιτισμού που δεν ξεχνά τις ελληνικές του ρίζες. Επίκεντρο ο άνθρωπος, με τις ανομοιομορφίες, τις ποικιλίες χρωματων, χαρακτηριστικών, αλλά μέλος πάντα της ίδιας μεγάλης κοινότητας. Και στο φινάλε ενώθηκαν όλα, οι ακριβές μνήμες του πολιτισμού, Εντιθ Πιάφ και ύμνος στον έρωτα που εμπνέει και δημιουργεί, η ανθρώπινη δύναμη και το ιερό ταλέντο, η Σελίν Ντιόν όρθια στην καλύτερη ίσως στιγμή της ιστορίας της και ύστερα το ολόφωτο αερόστατο-βωμός που θα ίπταται πάνω από το Παρίσι μέχρι το τέλος των αγώνων, να προκαλεί τα βλέμματα των ανθρώπων να κοιτάξουν ψηλά. Αυτό οφείλουν να κάνουν γιατί εκεί ψηλά βρίσκεται η δημιουργία του μέλλοντος.
Πιστεύω πως δεν βοήθησε το τηλεοπτικό κοινό να κατανοήσει η τηλεοπτική κάλυψη των live . Ακόμη χειρότερα για το ελληνικό κοινό ήταν η αναμετάδοση των πιο αδιάβαστων και αδιάφορων δημοσιογράφων που έχω ακούσει σε αναμετάδοση τέτοιων γεγονότων. Η ανικανότητά τους αφυδάτωσε το θέαμα. Κρίμα!!