Καλημέρα σας και Χρόνια Πολλά. Σήμερα γιορτάζουμε τα Θεοφάνεια, ή τα Φώτα. Είναι μία από τις μεγάλες γιορτές του ελληνορθόδοξου εορτολογίου. Χαρούμενα, θριαμβευτικά και ελπιδοφόρα, κλείνουν το Δωδεκαήμερο, που «άνοιξε» την παραμονή των Χριστουγέννων.

Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια η γιορτή «κάλυπτε» μαζί τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά.

Όπως διαβάζω και στην ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθ’ όλη τη διάρκεια του τριημέρου των Φώτων (Αγιασμού, Θεοφάνεια, Αγίου Ιωάννη) γιορτάζεται και μία υπολανθάνουσα λατρεία προς το νερό.Τα νερά θεωρούνται παντού αγιασμένα. Κανείς πια δεισιδαιμονικός φόβος από τις νύχτες και τα ξωτικά του χειμώνα δεν υπάρχει.

Καθώς διανύουμε λοιπόν τα πρώτα μέτρα της καινούργιας χρονιάς, ρίχνουμε ακόμα πολλές ματιές προς τα πίσω. Να θυμηθούμε. Να στοχαστούμε. Τι να κρατήσουμε; Τι να πετάξουμε; Τι βλέπουμε στον καθρέφτη μας κάθε μέρα; Τι θέλουμε να διορθώσουμε και που, μεταξύ μας, δεν τα καταφέρνουμε πάντα.

Όπως και να έχει, σε τούτη την αέναη εσωτερική αναζήτηση, με βοηθούν πάντα και οι σκέψεις κοντινών μου ανθρώπων που νοιώθω ότι πνευματικά συναντιόμαστε συχνά, ακόμα και εάν δεν έχουμε ανταμώσει πρόσωπο-με-πρόσωπο ποτέ.

Ένα από αυτά τα πρόσωπα είναι η ηθοποιός Θεοδώρα Τζήμου, που η συνάδελφός μου δημοσιογράφος Λίνα Ρόκου με έπεισε να πάω να την δώ στην παράσταση «Η μέρα της φούστας», και ενθουσιάστηκα.  Από την συνέντευξη που της πήρε για το Estella*, ξεχώρισα αυτό:

«Παλεύω κι εγώ με τις αντιφάσεις μου αφήνοντάς τις ελεύθερες να βγουν στην επιφάνεια. Δεν ξέρω όμως αν είμαι σε θέση να συζητήσω ή να συζητήσουμε, ως κοινωνία, για τις αντιφάσεις μας. Νομίζω ότι είμαστε στο στάδιο που ονοματίζουμε τα πράγματα και βρισκόμαστε εν μέσω αυτού του κυκεώνα. Υπάρχει η ανάγκη να ονοματίζουμε τα πράγματα, αλλά από την άλλη κάθε οριοθέτηση γεννά κι έναν περιορισμό. Νομίζω ότι φτάνει η ώρα που πρέπει να ξαναγεννήσουμε λέξεις για πράγματα που μας συμβαίνουν. Είμαστε όμως ακόμη σε μεταβατικό στάδιο, βρισκόμαστε περικυκλωμένοι από τις λέξεις του παρελθόντος και του παρόντος, αλλά προσωπικά θέλω να ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα γεννήσουμε τις λέξεις του μέλλοντος»

«Η επικαιρότητα έχει γίνει τρόπος ζωής και καταλαμβάνει μεγάλο χώρο της καθημερινότητάς μας, είτε μας αφορά, είτε όχι. Είναι πλέον τόσος ο όγκος των ειδήσεων που εγώ προσωπικά δεν μπορώ να αξιολογήσω ποιες είναι οι σημαντικότερες. Δεν μπορούμε πια να εστιάσουμε σε τίποτα, είναι τρέλα. Στο τέλος της ημέρας ξέρεις ότι πάντα κάτι γίνεται, αλλά δεν ξέρεις τι είναι αυτό. Όλα πια τα περιμένουμε, δεν μας αιφνιδιάζει κανένα νέο. Νιώθω ότι δεν ξέρω τίποτα, ότι πιο νέα γνώριζα περισσότερο τι με αφορούσε».

Κάθε χρόνο, όπως κάνουνε πολλοί, συντάσσω και εγώ την όλο και πιο μικρή και περιορισμένη λίστα μου για τα «πρέπει» της νέας χρονιάς. Πράγματα που θα ήθελα να κάνω, πολλά που θέλω να σταματήσω να κάνω, και μερικά που πιστεύω πως πρέπει να γίνουν.

Ξεκινώ από το τελευταίο: Να μειώσω τις ανάγκες μου – ιδίως εκείνες που δεν μπορούν κάν να λέγονται τέτοιες. Πχ, να περιορίσω τα take-aways που έρχονται στο σπίτι από ντελιβεράδες. Όσο και αν σέβομαι το μεροκάματο κάθε ανθρώπου, νομίζω ότι τόσο στην Ελλάδα, ακόμα πιο πολύ στην Κύπρο, πρέπει αναλογικά των πληθυσμών μας να έχουμε τους περισσότερους ντελιβεράδες στον κόσμο. Πολύ κοντά στο σπίτι μου στην Λεμεσό, υπάρχει ένα μαγαζί που φτιάχνει πολύ ωραίους καφέδες. Με τα πόδια, πήγαιν-έλα, κάνω το πολύ ένα τέταρτο.

Ε, φτάνει πια! Έλεος! Ντροπή! Στόχος μου δεν είναι μόνο να συνεισφέρω (!) έστω λίγο στην μείωση της κίνησης στους δρόμους, αλλά και να φτιάχνω τα καφεδάκια μου στο σπίτι, αφού έχω όλα τα απαραίτητα αξεσουάρ, και από τα καλύτερα χαρμάνια. Δεν είναι μόνο θέμα οικονομίας. Είναι η ανάγκη να μην τα περιμένουμε όλα από άλλους!

ΥΓ: Στη στήλη των επομένων εβδομάδων, ως το τέλος του μήνα, θα σας εξομολογούμαι και μερικές ακόμα από τις πολλές, χαζές αμαρτίες/συνήθειές  μου που θέλω να κόψω!

(*) Το “Estēlla” δημιουργήθηκε ως μία ανάγκη για χρώμα, πολυφωνία και συμπερίληψη στον ήδη υπάρχοντα χώρο των ΜΜΕ. Η ιδέα ξεκίνησε μέσα στην ζοφερή και χωρίς ελπίδα περίοδο του κορωνοϊού και πραγματοποιήθηκε όταν άρχισε επιτέλους να ξαναγεννιέται η ελπίδα.