Το ηλικιωμένο ζευγάρι έκλεινε πενήντα χρόνια γάμου. Ήταν η χρυσή επέτειός τους, σύμφωνα με την αγγλοσαξονική εμπορευματοποίηση των επετείων, κυρίως από τους κοσμηματοπώλες ώστε να αυξάνονται οι πωλήσεις τους. Η σμαραγδένια, η μαργαριταρένια, η διαμαντένια επέτειος και πάει λέγοντας.
Παλιά, σαν ήταν νέοι, κάθε χρόνο γιόρταζαν αυτή τη μέρα με παιδιά, συγγενείς και φίλους, δίνοντας ένα πάρτι στο ανθοστόλιστο σπίτι τους. Άνοιγαν σαμπάνιες και εκλεκτά κρασιά ενώ το τραπέζι και το μπουφέ ήταν γεμάτα με λογής-λογής καλούδια. Μεγάλη γιορτή η μέρα που αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές τους ενώπιον θεού, ιερέα και κοινωνίας.
Δυο ζωές τόσο διαφορετικές ως τότε. Μα κάτω από την ίδια στέγη έπρεπε ν’ αλλάξουν, ν’ αφήσουν τις κακές συνήθειες της εργένικης ζωής, που είχαν στο πατρικό ή στο φοιτητικό τους σπίτι. Έπρεπε πλέον να νοικοκυρευτούν και να προσαρμοστούν στις συνήθειες του ετέρου ημίσεος, πράγμα καθόλου εύκολο, όσο κι αν ήταν τρελά ερωτευμένοι. Τη δεκαετία του 70 η συγκατοίκηση εκτός γάμου ή έστω αρραβώνα ήταν αδιανόητη στο νησί.
Η σύζυγος φρόντιζε να μην λείψει τίποτε από το σπίτι και από τα παιδιά που έρχονταν το ένα μετά το άλλο, κρατώντας την άγρυπνη τα βράδια και σε επαγρύπνηση τη μέρα. Μην κτυπήσουν, μην βάλουν στο στόμα τους ένα επικίνδυνο αντικείμενο, μην κρυώσουν. Να φάνε σωστά, να διαβάσουν τα μαθήματα τους πριν στρωθούν στο παιχνίδι και ένα σωρό μικρές καθημερινές έγνοιες.
Και τα χρόνια περνούσαν με Χριστούγεννα, Απόκριες, παιδικά γενέθλια, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο. Εκδρομές και ταξίδια. Οι γιορτές έβγαζαν την οικογένεια από την καθημερινότητα. Ακόμη και ο πατέρας επιβράδυνε τους ρυθμούς της δουλειάς του τέτοιες μέρες, τα σχολεία έκλειναν και με τις διακοπές όλοι καλούνταν να διακόψουν τη ρουτίνα τους. Όλοι εκτός από τη μητέρα που δούλευε διπλάσια τέτοιες μέρες, με τα παιδιά στο σπίτι, τις προετοιμασίες, τα μαγειρέματα, τα στολίσματα, την αγορά των δώρων κλπ.
Τα παιδιά μεγάλωσαν, έφυγαν για σπουδές, κάποια γύρισαν ενώ άλλα έμειναν στο εξωτερικό, επιστρέφοντας μόνο στις μεγάλες γιορτές με τα δικά τους παιδιά. Το νεαρό ζευγάρι που πριν πενήντα χρόνια χαμογελούσε στις γαμήλιες φωτογραφίες του, πέρασε τη φετινή του επέτειο μόνο στο σπίτι, με τη φωνή του εκφωνητή να τους ενώνει ακούγοντας τις ειδήσεις των 8.00 μ.μ. Οι κουβέντες και οι συζητήσεις λιγοστές, μόνο για τα απαραίτητα ή για την επικαιρότητα. «Νέα απόπειρα φόνου στη Λεμεσό. Νέα επίθεση με drones στη Ρωσία. Τι να παραγγείλουμε να φάμε απόψε;».
Ο άντρας ανυπομονούσε να ’ρθει το Σάββατο για να βρεθεί με τις ανδροπαρέες του στο καφενείο. Η γυναίκα περίμενε την άνοιξη, όλο και κάποιο από τα παιδιά θα ερχόταν για το Πάσχα ή το καλοκαίρι, αλλιώς θα πήγαινε η ίδια να τα επισκεφτεί. Δύσκολο να ζεις σε νησί, από το οποίο η Ελλάδα «κείται μακράν», τα μισά εδάφη του είναι κατεχόμενα, με τα τουρκικά στρατεύματα να έχουν κατασκηνώσει-μόνιμα-εδώ και μισό αιώνα. Πώς θα ήταν η ζωή τους αν δεν είχαν φύγει πρόσφυγες τότε από την πόλη τους, αφήνοντας το σπίτι τους, το οικογενειακό περιβόλι, τη γειτονιά, τους συγγενείς και φίλους με πολλούς από τους οποίους χάθηκαν αφού σκορπίστηκαν άλλοι εδώ κι άλλοι εκεί;
Αυτά συλλογιζόταν ενώ κοιτούσε το άλμπουμ του γάμου τους, που είχε πάρει μαζί της τη μέρα που έμπαιναν βιαστικά στο αυτοκίνητο για να γλυτώσουν από τους βομβαρδισμούς. Τώρα πέρασε στα χέρια του άντρα της, που το περιεργαζόταν σιωπηλά, βούρκωσαν τα μάτια του και σκίρτησε η καρδιά της, αισθανόμενη αυτή την παλιά φλόγα που είχε προ καιρού σβήσει. Χρόνια τώρα, δεν της έκανε κομπλιμέντα, δεν πρόσεχε τα νέα της ρούχα ή τη νέα της κόμμωση, δεν σχολίαζε κανένα φαγητό, ούτε απαντούσε σε κουβέντες ή σχόλιά της. Δεν είχε την παραμικρή επιθυμία να πάνε μαζί ένα ταξίδι, ούτε για ένα καφέ ή για δείπνο οι δυο τους. Μα να που τώρα το βλέμμα του έγινε όπως το θυμόταν, μάλιστα, πήγαινε κάτι να πει…
«Συγκινήθηκα που είδα τη μάμμα μου, τον παπά και τη νονά μου. Και ο αδελφός μου, πόσο μου λείπουν όλοι» της είπε. Κανένα σχόλιο γι’ αυτήν, εικοσάχρονη τότε νυφούλα ή τους δυο τους, τη μέρα που ένωναν τις ζωές τους. Έπρεπε να φτάσουν στην 50η επέτειό τους για να συνειδητοποιήσει πως την είχε από καιρό βγάλει από την κορνίζα του μυαλού του και πως τόσα χρόνια πορεύονταν μαζί αλλά σε δυο ξεχωριστές βάρκες που έμπαζαν από παντού; Τυπικός όμως, το χρυσό βραχιόλι, της το είχε αγοράσει από γνωστό κοσμηματοπωλείο της πόλης, όπως είθισται να πράττει ο κάθε σύζυγος που ακολουθεί τις παραδόσεις.
Ευτυχώς τα παιδιά και τα εγγόνια τους θα έφταναν στο νησί την ερχόμενη εβδομάδα για τις γιορτές των Χριστουγέννων και θα γέμιζε πάλι το σπίτι φωνές και χαρές. Ετοίμασε τη λίστα της υπεραγοράς, πήρε τις οικολογικές σακούλες της και βγήκε έξω για ψώνια. «Το αρνάκι το θέλω οπωσδήποτε ελληνικό» είπε στον χασάπη της!
Φωτό: Ζωγραφικό έργο: Modigliani, Μητέρα και παιδί, Παρίσι 1919
dena.toumazi@gmail.com