Στην είσοδο πολλών χωριών του νησιού ή στην πλατεία με τα καφενεία δεσπόζει συχνά o ανδριάντας ή η προτομή ενός ήρωα που είτε σκοτώθηκε κατά το προδοτικό πραξικόπημα, είτε κατά τη διάρκεια της πρώτης και της δεύτερης τουρκικής εισβολής το 1974. Κάποιους άλλους δεν είχαν καν την ευκαιρία να τους πενθήσουν ή να τους τιμήσουν οι συγγενείς τους ή το κράτος εφόσον για δεκαετίες παρέμειναν ή παραμένουν μέχρι και σήμερα αγνοούμενοι.

Το άγαλμα των πρώτων στέκει ασάλευτο μες στη σιωπή του χρόνου, στο λιοπύρι του κυπριακού αμείλικτου καλοκαιριού, ενώ ο Ιούλιος, ο μήνας ο χρυσός γράφτηκε και βάφτηκε ανεξίτηλα στο συλλογικό μας ασυνείδητο με μαύρο χρώμα. Ο χρόνος πάγωσε και δεν υφίσταται πλέον για τους ανθρώπους, η ζωή των οποίων σταμάτησε την ημερομηνία που βλέπουμε χαραγμένη στο μάρμαρο.

Στο αμπελοχώρι της Δοράς, κρυμμένο ανάμεσα σε βουνά, μας υποδέχεται το άγαλμα του ήρωα Ντίνου Παύλου, που δολοφονήθηκε από τους πραξικοπηματίες στις 16 Ιουλίου του 1974. Ο ίδιος και ο συγχωριανός του Νίκος Παναγιώτου, με τον γιο του Αντώνη, ακούγοντας για το πραξικόπημα και πως «Ο Μακάριος είναι νεκρός» έτρεξαν στο γειτονικό χωριό Μαλλιά για να συστήσουν ομάδα μαζί με άλλους αντιστασιακούς για παροχή βοήθειας. Εκεί τον εκτέλεσαν εν ψυχρώ γνωστοί ΕΟΚΑβητατζήδες, μερικοί από τους οποίους ποτέ δεν τιμωρήθηκαν και πέθαναν σε βαθειά γεράματα, έχοντας χαρεί τα παιδιά και τα εγγόνια τους.

Ο Ντίνος Παύλου αντιθέτως δεν χάρηκε και δεν έζησε τους τρεις γιούς του, τον Παύλο, τον Πανίκο και τον νεογέννητο Ντίνο, στον οποίο έδωσαν το όνομα του δολοφονημένου πατέρα. Το άγαλμα του στέκει ολόρθο, χρόνια τώρα, δίπλα από το κοιμητήρι του χωριού, αγναντεύοντας τους περαστικούς και μετρώντας τα χρόνια που περνούν χωρίς αυτόν.

Η γυναίκα του η κυρία Ελένη, ντύθηκε στα μαύρα, τα οποία δεν έβγαλε μέχρι το τέλος της ζωής της. Μόνη πια, με τη βοήθεια των γιαγιάδων και παππούδων μεγάλωσε τα τρία της παιδιά, με πολλές στερήσεις, δουλεύοντας ταυτόχρονα στα αμπέλια και στα χωράφια. Θαύμα πώς κατάφερνε να κρατά πάντα και το σπίτι της πεντακάθαρο και νοικοκυρεμένο.

Θυμάμαι την αφανή αυτή ηρωίδα, τη γυναίκα με το θλιμμένο πρόσωπο, τη λευκή ροδοκόκκινη επιδερμίδα και τα μαλλιά σαν στάχυα, κρυμμένα κάτω από το μαντήλι. Όποτε επισκεπτόμασταν τους παππούδες στο χωριό θα πηγαίναμε οπωσδήποτε και στο σπίτι της. Μας φώναζε για να μας ψήσει καφέ και να μας κεράσει γλυκό του κουταλιού στην αυλή με τις γλάστρες της.

Στο άσπρο ασβεστωμένο χωριό, κάτω από τον αμείλικτο ήλιο του καλοκαιριού, περιφέρονταν οι μαυροφορεμένες μορφές των γεροντισσών με τα μαύρα αλλά ανάμεσά τους ξεχώριζα πάντα την φιγούρα της κυρίας Ελένης που έμοιαζε με τη μορφή αγίας που βγήκε από το εικόνισμά της. Σχεδόν εξαϋλώθηκε μέσα σε τόσα χρόνια μοναξιάς και στερήσεων, στα οποία καταδίκασαν αυτήν και την οικογένειά της οι δολοφόνοι του άντρα της.

Όταν τον Αύγουστο γινόταν γλέντι ή χοροεσπερίδα στο χωριό, αυτή «ρομάνιζε», κλείδωνε από νωρίς το ξωπόρτι και την ψυχή της γιατί οι γιορτές δεν άρμοζαν, ήταν απαγορευμένες στις γυναίκες των πεσόντων πολέμου ή στις γυναίκες και τις μητέρες των αγνοουμένων. Τραγικό και παράλογο που ο Ντίνος Παύλου δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από χέρι αδελφικό, από συμπατριώτες μας, πραξικοπηματίες.

Η κυρία Ελένη μια φορά τον χρόνο άνοιγε το σπίτι της κάνοντας από μέρες ετοιμασίες για το μεγάλο τραπέζι, για το μνημόσυνο του άντρα της, στο οποίο παρευρισκόταν και αντιπροσωπεία της Πολιτείας. Αυτή ήταν η μόνη ετήσια «γιορτή» της οικογένειας Ντίνου Παύλου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια μέρα που στεκόταν στο ξωπόρτι της και μας φώναξε για καφέ. Ήμασταν με κάποιους φίλους επισκέπτες και με το που τους σύστησα, επέμενε να κάτσουμε να μας τρατάρει. «Το άγαλμα που είδετε μπαίνοντας του χωρκού εν του αντρός μου, είμαι η γεναίκα του ήρωα» είπε ντροπαλά ενώ μας άφηνε το καρυδάκι και το κρύο νερό.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το πρωινό της 15ης Ιουλίου του 1974 όταν ξυπνήσαμε με τις σειρήνες. Ήταν η μέρα που τα παιδιά χάσαμε ξαφνικά την αθωότητά μας και το κυπριακό καλοκαίρι έχασε για πάντα την αμεριμνησία του. Κάθε Ιούλιο η μνήμη πονεί.

«Κύριε, βοήθα να θυμόμαστε πώς έγινε τούτο το φονικό- την αρπαγὴ τον δόλο την ιδιοτέλεια, το στέγνωμα της αγάπης-
Κύριε, βοήθα να τα ξεριζώσουμε…
Ποιος άκουσε καταμεσήμερα το σύρσιμο του μαχαιριού στην ακονόπετρα;
Ποιος καβαλάρης ήρθε με το προσάναμμα και τον δαυλό;
Καθένας νίβει τα χέρια του και τα δροσίζει.
Και ποιος ξεκοίλιασε τη γυναίκα το βρέφος και το σπίτι;
Ένοχος δεν υπάρχει, καπνός.
Ποιος έφυγε χτυπώντας πέταλα στις πλάκες;
Κατάργησαν τα μάτια τους• τυφλοί.
Μάρτυρες δεν υπάρχουν πια, για τίποτε…

(Απόσπασμα από το ποίημα «Σαλαμίνα της Kύπρoς», Γιώργος Σεφέρης)
dena.toumazi@gmail.com