Η υπόθεση με τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα Σάββα Αγγελίδη, όπως ξέσπασε και εξελίχθηκε μέσα από το παραπολιτικό του «Πολίτη» της περασμένης Κυριακής, δεν είναι ένα απλό επεισόδιο θεσμικής δυσλειτουργίας. Δεν είναι καν ένα επικοινωνιακό ατύχημα. Ή, για να είμαστε δίκαιοι, δεν είναι μόνο αυτό. Είναι η συμπύκνωση μιας ολόκληρης πολιτικής λειτουργίας που αρνείται να κοιτάξει τον καθρέφτη, που ζει και αναπνέει με όρους εικόνας, που κινείται με τον φόβο της επόμενης «διαρροής» και που χρησιμοποιεί τις λέξεις όπως τη λάσπη: για να θολώνει, να συγκαλύπτει, να αποπροσανατολίζει.

Η κρίση αυτή δεν γεννήθηκε στο δημοσίευμα. Προϋπήρχε. Κυοφορήθηκε σιωπηλά στα συρτάρια της Αρχής κατά της Διαφθοράς, στις εκκρεμότητες χρόνων για καταγγελίες που αφορούν τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα. Στην αδυναμία της Αστυνομίας να διαχειριστεί στοιχειώδη ζητήματα ασφάλειας ώστε βαρυποινίτες από τα κελιά τους να απειλούν αξιωματούχο της Δημοκρατίας. Στην προεδρική εμμονή με την επικοινωνία και την ανάγκη να παρουσιάζεται καθημερινά η εικόνα ότι όλα βαίνουν καλώς και ότι η κυβέρνηση έχει τον έλεγχο ακόμη κι όταν ο έλεγχος έχει από καιρό χαθεί.

Το δημοσίευμα του «Πολίτη» ήταν σαφές: ο Σάββας Αγγελίδης υπέβαλε παραίτηση -προφορικά, θεσμικά, πολιτικά. Ο Πρόεδρος προσπάθησε να τον μεταπείσει. Υπήρξαν συναντήσεις, παρεμβάσεις, διαμεσολαβήσεις. Η ουσία δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν που γνώριζε τι είχε συμβεί. Και όμως, όταν οι κάμερες στράφηκαν προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη, εκείνος επέλεξε το παλιό, δοκιμασμένο εργαλείο της «λεξιπλασίας». Καμία παραίτηση, είπε. Υπάρχουν μόνο προβληματισμοί. Δεν τέθηκε ενώπιόν του κάτι τέτοιο. Η ουσία; Ότι απέφυγε να επιβεβαιώσει μια πραγματικότητα την οποία ο ίδιος χειρίστηκε προσωπικά, σε μια προσπάθεια να εξουδετερώσει τις εντυπώσεις.

Ένα επικοινωνιακό τέχνασμα τόσο ορατό που παύει να είναι τέχνασμα. Ένα παιχνίδι για εσωτερική κατανάλωση που μόνο τη δυσπιστία του πολίτη ενισχύει. Διότι όταν η κυβέρνηση επιλέγει να παίζει με το πώς ειπώθηκε κάτι αντί με το τι ειπώθηκε, όταν προσπαθεί να βάλει τεχνικά όρια στην ίδια την αλήθεια — γραπτή, μη γραπτή, επίσημη, ανεπίσημη — τότε το πρόβλημα δεν είναι η διαρροή. Είναι το σύστημα αξιών που κρύβεται πίσω από την προσπάθεια συγκάλυψης.

Τέσσερις μέρες μετά, ο Σάββας Αγγελίδης επέλεξε να τοποθετηθεί με μια προσεκτικά διατυπωμένη γραπτή δήλωση. Μια δήλωση που απαντά, χωρίς να απαντά. Που αναγνωρίζει, χωρίς να παραδέχεται. Που αφήνει κενά πιο εκκωφαντικά από τις διευκρινίσεις. Αποδέχεται ότι υπήρξαν σκέψεις και προθέσεις παραίτησης. Αποδέχεται ότι υπήρξαν απειλές, προς τον ίδιο και την οικογένειά του. Εμφανώς εκφράζει δυσφορία για την Αρχή κατά της Διαφθοράς, η οποία σύμφωνα με τα λεγόμενά του κρατά εκκρεμείς καταγγελίες για χρόνια, σε μια κατάσταση που «υπονομεύει τα θεμέλια του κράτους δικαίου». Κι όμως, αποφεύγει να επιβεβαιώσει τις συναντήσεις με τον Πρόεδρο, αποφεύγει να ονομάσει τις πηγές της πίεσης, αποφεύγει να εξηγήσει τι ακριβώς ειπώθηκε πίσω από τις κλειστές πόρτες του Προεδρικού. Η δήλωσή του, αντί να κλείσει τον κύκλο της κρίσης, τον άνοιξε ξανά. Και γι’ αυτό ενόχλησε το Προεδρικό. Όχι επειδή αποκάλυψε κάτι νέο αλλά επειδή άφησε την αλήθεια να αιωρείται, αδόμητη, επικίνδυνη, απειλητική.

Το πρόβλημα δεν είναι ο Αγγελίδης. Δεν είναι καν η Αρχή κατά της Διαφθοράς, η οποία έχει βρεθεί σε μια θέση θεσμικής ακινησίας, αδυνατώντας να δικαιολογήσει την αργοπορία στις έρευνες. Το πρόβλημα είναι η πολιτική λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας. Μιας κυβέρνησης που αντί να θωρακίζει τους θεσμούς, τους εκθέτει. Που αντί να απαντά με καθαρές κουβέντες, κρύβεται πίσω από γλωσσικά τερτίπια. Που αντί να αποδίδει ευθύνες εκεί όπου υπάρχουν, επιλέγει να μεταθέτει την προσοχή σε τεχνικότητες. Και όλα αυτά επειδή υπάρχουν «μαύρες τρύπες» — όχι μόνο στη δικαιοσύνη, αλλά και στη νοοτροπία διακυβέρνησης. Μια διπλωματία εσωτερικής πολιτικής, όπου αυτό που προέχει δεν είναι το γεγονός, αλλά το πώς θα εμφανιστεί. Όχι η ουσία, αλλά το περιτύλιγμα. Όχι οι ανάγκες του πολίτη, αλλά το πώς θα αποφευχθεί η πολιτική ζημιά.

Δεν είναι μυστικό πως η σχέση κυβέρνησης και κύκλων διαφθοράς έχει απασχολήσει επανειλημμένα τον δημόσιο διάλογο. Από τις αδειοδοτήσεις μέχρι τα nolle prosequi, από τη διαχείριση ευαίσθητων υποθέσεων μέχρι την προστασία των «ημετέρων», η εικόνα που προκύπτει είναι πως το δίκαιο δεν λειτουργεί πάντα με τον ίδιο τρόπο για όλους. Το κρίσιμο εδώ δεν είναι το αν υπάρχουν ή όχι προσωπικές ευθύνες. Το κρίσιμο είναι ότι ο πολίτης βλέπει πως το σύστημα δυσλειτουργεί — και βλέπει πως εκείνοι που έχουν καθήκον να το διορθώσουν, επιλέγουν αντίθετα να το καμουφλάρουν.

Από την Αρχή κατά της Διαφθοράς που απαντά με διαδικασίες και στάδια, χωρίς ουσία, μέχρι το Προεδρικό που παίζει άγαρμπα παιχνίδια επικοινωνίας, και από τη Νομική Υπηρεσία που βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο σκιών μέχρι την Αστυνομία που αδυνατεί να ελέγξει κινητά μέσα σε φυλακές — όλα συνθέτουν μια εικόνα θεσμικής παρακμής. Όχι γιατί δεν υπάρχουν θεσμοί. Αλλά γιατί δεν υπάρχει βούληση να λειτουργήσουν πραγματικά.

Στην πολιτική, η αλήθεια μετριέται όχι μόνο με το περιεχόμενο, αλλά και με τον χρόνο. Σε αυτή την υπόθεση, η κυβέρνηση άργησε. Αντέδρασε αμυντικά. Επέλεξε την ωραιοποίηση αντί της διαφάνειας. Και τώρα επιχειρεί να κλείσει το θέμα με αναφορές «στην ανάγκη συνεργασίας θεσμών», προφανώς για να κατευνάσει τη ζημιά. Αλλά η ζημιά έχει ήδη γίνει. Όταν ο πολίτης βλέπει έναν Πρόεδρο που προσπαθεί να τον πείσει ότι «τίποτα δεν έγινε», ενώ όλα δείχνουν το αντίθετο, όταν βλέπει μια Αρχή κατά της Διαφθοράς να απαντά σε πίεση με τυπικότητες, όταν βλέπει μια Νομική Υπηρεσία να σπαράσσεται εσωτερικά και να αντιμετωπίζει απειλές, όταν βλέπει βαρυποινίτες να τηλεφωνούν και να εκφοβίζουν — πώς να εμπιστευθεί το Κράτος; Και πώς να πιστέψει ότι όσοι κυβερνούν έχουν πραγματική βούληση να φτιάξουν όσα χρόνια τώρα καταρρέουν;

Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει, όπως πάντα, να κλείσει το θέμα. Να γυρίσει σελίδα. Να πει πως πρόκειται για «φήμες», για «παρερμηνείες», για «λάθος εντυπώσεις». Αλλά η κοινωνία δεν ζει πλέον στις λέξεις. Ζει στην πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι ότι η κρίση αυτή έδειξε κάτι βαθύτερο: ότι το κράτος δικαίου δεν υπονομεύεται μόνο από τη διαφθορά.

Υπονομεύεται και από τους χειρισμούς. Από τα επικοινωνιακά παιχνίδια. Από τις μισές αλήθειες. Από τις καθυστερήσεις, τις υπεκφυγές, τις λέξεις που λέγονται για να μη λεχθεί η αλήθεια. Και το πιο βασικό να μην αποκαλυφθεί το σύστημα που λυμαίνεται τον τόπο και κυρίως να μην αποκαλυφθούν οι νονοί. Των ναρκωτικών, των ιθαγενειών… της πορνείας, της παιδεραστίας. Οι νονοί του συστήματος «Έπσταην». Διότι αυτοί δεν είναι νονοί της νύχτας. Είναι της ημέρας και του λευκού κολλάρου.

Και όσο αυτή η πολιτική λειτουργία παραμένει, καμία θεσμική κρίση δεν θα είναι λήξασα. Όπως και στην περίπτωση Αγγελίδη: τίποτε δεν έληξε. Απλώς σίγησε για λίγο.

Μέχρι την επόμενη κρίση.

paraschos.andreas@gmail;com