Είναι αισθητή η ανάπτυξη που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια η Λάρνακα. Τόσο σε επίπεδο τουρισμού, όσο και σε επίπεδο ανόδου της αγοράς ακινήτων. Κάτι ασφαλώς που καταγράφεται και στους αριθμούς.

Ειδικά στο κομμάτι του τουρισμού, φαίνεται πως σταδιακά η Λάρνακα αυξάνει το κομμάτι της πίτας που λαμβάνει από το σύνολο των αφίξεων, με τον Δεκέμβριο του 2025 να καταγράφεται πληρότητα που άγγιξε το 70% στα ξενοδοχεία της πόλης, ενώ, όπως ανέφερε προ ημερών στον «Φ» ο πρόεδρος του ΠΑΣΥΞΕ Λάρνακας, Μάριος Πολυβίου, υπάρχει αισιοδοξία και για τη νέα χρονιά ότι θα κινηθεί επίσης αρκετά καλά.

Μάλιστα, σύμφωνα με ρεπορτάζ της συναδέλφου Νατάσας Χριστοφόρου, πολύ σημαντική θεωρείται η προσθήκη άλλων δύο ξενοδοχειακών μονάδων το 2026 στην πόλη, ενώ σύμφωνα με στοιχεία του Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης Λάρνακας (ΕΟΑΛ), που επεξεργάστηκε η τοπική Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης και Προβολής Λάρνακας (ΕΤΑΠ), τα επόμενα χρόνια αναμένεται να προστεθούν στο χαρτοφυλάκιο της πόλης και της επαρχίας άλλες 27 τουριστικές μονάδες (οι πλείστες αποτελούν μετατροπές κτηρίων).

Όλα αυτό το σκηνικό συνθέτει μια πολύ αισιόδοξη εικόνα για τη Λάρνακα και για τις προοπτικές της στο μέλλον. Είναι όμως όντως τόσο ρόδινα τα δεδομένα;

Θα επικαλεστώ μια πρόσφατη ανάλυση του CEO της Ask Wire, Παύλου Λοϊζου, ο οποίος με τον ευρηματικό τίτλο «Λάρνακα: Η πόλη που όλοι θέλουν για φιλενάδα, αλλά λίγοι θέλουν να παντρευτούν», αποτύπωσε μια όντως διαφορετική οπτική για την ανάπτυξη που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια στην πόλη του Ζήνωνα.

Αποσπασματικά, σημειώνει μεταξύ άλλων τα εξής: «Η Λάρνακα διανύει μια περίοδο αυξημένης κινητικότητας. Ανακοινώνονται νέα έργα, ξεκινούν αναπτύξεις και το επενδυτικό ενδιαφέρον – κυρίως από το εξωτερικό – είναι εμφανές. Το ζήτημα, δεν είναι αν υπάρχει ανάπτυξη. Υπάρχει. Το ζήτημα είναι ποιον εξυπηρετεί και τι παράγει. Αν εξετάσει κανείς τη φύση των νέων αναπτύξεων, το μοτίβο είναι σαφές. Τα περισσότερα μεγάλα έργα είναι κατά βάση οικιστικά και απευθύνονται κυρίως σε επενδυτές του εξωτερικού. Το κυρίαρχο κίνητρό τους δεν είναι η μόνιμη εγκατάσταση, αλλά η επενδυτική απόδοση. Η κατοικία αντιμετωπίζεται ως επενδυτικό προϊόν και όχι ως μέρος μιας ζωντανής αστικής οικονομίας. Στο σκέλος της απασχόλησης, η εικόνα είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Η Λάρνακα δεν διαθέτει ισχυρούς ιδιωτικούς εργοδότες που να λειτουργούν ως οικονομικές «άγκυρες».
Οι μεγάλες εταιρείες δεν επιλέγουν τη Λάρνακα ως έδρα. Οι αναπτύξεις γραφείων είναι περιορισμένες και μικρής κλίμακας. Έτσι, η πόλη δεν δημιουργεί έλξη για ταλέντο ούτε ένα οικοσύστημα που να αναπαράγεται.
Τα boutique ξενοδοχεία στο κέντρο βελτιώνουν την εικόνα και την αστική εμπειρία, αλλά δεν δημιουργούν έναν ισχυρό τουριστικό πυρήνα. Οι μεγάλοι και υψηλής ποιότητας ξενοδοχειακοί προορισμοί παραμένουν στην Πάφο, στον Πρωταρά και στη Λεμεσό. Η Λάρνακα συχνά απορροφά την υπερχείλιση, όταν αλλού δεν υπάρχει διαθεσιμότητα ή όταν το κόστος είναι απαγορευτικό. Η υπερχείλιση, όμως, δεν συνιστά στρατηγική. Έτσι, διαμορφώνεται μια πόλη που εξυπηρετεί, αλλά σπάνια επιλέγεται.
Στα επόμενα 10–20 χρόνια, η Λάρνακα έχει τρεις επιλογές: Να παραμείνει μια πόλη επενδυτών και προσωρινής χρήσης, να περάσει μια περίοδο διόρθωσης λόγω υπερπροσφοράς και περιορισμένης ζήτησης, ή να επενδύσει συνειδητά σε ό,τι σήμερα της λείπει – εργασία, ανθρώπους και λόγους μόνιμης παραμονής».

Συμπερασματικά: Η Λάρνακα είναι μια πολύ όμορφη πόλη, με σημαντικά πλεονεκτήματα και αναμφίβολα μεγάλες προοπτικές για το μέλλον. Όμως, το παν σε μια πόλη δεν είναι να αναπτύσσεται για τους επενδυτές και τους ξένους. Είναι μεν σημαντικό κομμάτι αλλά όχι το μόνο. Χρειάζονται λόγοι για να επιλέξει κάποιος την πόλη για να ζήσει και να δημιουργήσει την οικογένεια του. Χρειάζονται υποδομές, υπηρεσίες, δουλειές, και πολλά άλλα.
Επομένως, η Λάρνακα πρέπει να δώσει λόγους για να ζήσει κάποιος και όχι μόνο να επενδύσει, ώστε να αναπτυχθεί και να μεγαλώσει ορθολογιστικά και σε μόνιμη βάση.