«Υπάρχει μια ελληνική λέξη που εμφανίζεται ευρύτατα και χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη έμφαση σε πολλά από τα κύρια άρθρα που δημοσιεύονται στις ελληνικές εφημερίδες που εκδίδονται στην Κύπρο», έγραφε ο λοχαγός Charles Orr, αρχιγραμματέας της αποικιακής κυβέρνησης, στο βιβλίο του για την Κύπρο (1918).
«Σπανίως παραλείπεται από τις πολιτικές αγορεύσεις τις οποίες οι Έλληνες Κύπριοι αρέσκονται να εκφωνούν σε κάθε ευκαιρία», συνέχιζε γι΄ αυτή την ελληνική λέξη. «Ακούγεται στις ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες, στους λόγους που εκφωνούνται σε κάθε εθνική γιορτή. (…) Ακόμη συναντιέται σε κάθε ένα από τα πολλά υπομνήματα που υποβάλλονται από καιρού εις καιρόν από τους ηγέτες της ελληνικής κοινότητας στην Κύπρο, είτε στην τοπική είτε στην αυτοκρατορική κυβέρνηση. Η λέξη αυτή είναι η “ΕΝΩΣΙΣ”.»
Το βρίσκουμε σε μια μελέτη του ιστορικού Πέτρου Παπαπολυβίου. Και έχει ιδιαίτερη σημασία. Διότι, οι νεότεροι, οι νεοκύπριοι, όπως και οι νεότουρκοι, πλέοντας μέσα στα ψέματα της γκεμπελικής προπαγάνδας, καταγράφουν το ενωτικό κίνημα των Κυπρίων ως να είναι μια εθνικιστική, μισαλλόδοξη επιδίωξη, που ήθελε να αφανίσει τους Τουρκοκύπριους. Ενώ στην πραγματικότητα ήταν η αυτονόητη επιδίωξη όλων των Ελλήνων της Κύπρου επί αιώνες. Που σήμερα, παρότι ακούμε συχνά την τουρκική προπαγάνδα να φέρνει το ιστορικό γεγονός στις μέρες μας για να καταγγέλλει (σε ανεγκέφαλους) ότι οι Ελληνοκύπριοι επιδιώκουν και σήμερα την Ένωση.
Με αφορμή την επέτειο του ενωτικού δημοψηφίσματος (15/1/1950), γράψαμε και χθες και συνεχίζουμε σήμερα, ως χρέος προς τους παππούδες μας, αλλά και γιατί από τότε που η βουλή ψήφισε τον «νόμο Ακκιντζί», είναι ως να υιοθέτησε επίσημα την τουρκική προπαγάνδα. Στο δημοψήφισμα του 1950, λοιπόν, ψήφισαν υπέρ της Ένωσης της Κύπρου το 96% των Ελληνοκυπρίων. Ούτε ένας δεν ψήφισε εναντίον. Το 4% που υπολείπεται είναι όσοι δεν πήγαν να ψηφίσουν. Κάποιοι από αυτούς ήταν ανήμποροι και κάποιοι φοβήθηκαν τους Βρετανούς που απειλούσαν και με απολύσεις. Η ουσία είναι ότι ουδείς ψήφισε εναντίον της Ένωσης.
Επομένως, επρόκειτο για ένα αίτημα των Κυπρίων τόσο αυτονόητο και τόσο μακρόχρονο, που εθεωρείτο μια φυσική εξέλιξη, δεν είχε να κάνει με την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Άλλωστε τότε οι Ε/κ ήταν κάπου 450.000 και οι Τ/κ κάπου 80.000. Ακόμα κι αν κάποιος ευφάνταστος Ντε Σότο ζητούσε χωριστά δημοψηφίσματα (όπως το 2004) για την αυτοδιάθεση των Κυπρίων, είναι φανερό ότι το αποτέλεσμα θα ήταν συντριπτικό. Αυτό θεωρίες φυσικά, τα γεγονότα είναι άλλα.
Γεγονός είναι ότι η Ένωση ήταν αίτημα που εμφανίστηκε πρώτα στα Επτάνησα και ακολούθησαν η Κύπρος, η Κρήτη, η Σάμος, τα Δωδεκάνησα και άλλοι ελληνικοί τόποι που δεν ενσωματώθηκαν μετά την εκδίωξη των Οθωμανών με τη λήξη της Ελληνικής Επανάστασης. Τα Δωδεκάνησα ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα το 1948 και στη συνέχεια μόνο στην Κύπρο εκκρεμούσε η αιώνια διεκδίκηση. Ως απολύτως φυσική εξέλιξη συνδέθηκε με την απελευθέρωση από τον αποικιακό ζυγό. Εκφράστηκε με το παλλαϊκό δημοψήφισμα του 1950 και πολύ πιο δυναμικά με τον αγώνα της ΕΟΚΑ που ακολούθησε.
Οι Έλληνες της Κύπρου δεν μιλούσαν για απελευθέρωση, μιλούσαν για Ένωση. Διότι αυτά τα δύο ήταν ταυτισμένα. Πάντα. Και το 1821, που παρότι η πάντα γεωγραφικά μακρινή Κύπρος δεν ήταν μέρος της Επανάστασης, η συμμετοχή της με άλλους τρόπους ήταν δεδομένη. Γι΄ αυτό και πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος. Με απαγχονισμούς (9η Ιουλίου), εξισλαμισμούς, εξορισμούς, αρπαγές περιουσιών. Και το 1931 με την εξέγερση των Οκτωβριανών. Και ιδίως, με τη συμμετοχή των Κυπρίων σε όλες τις πολεμικές συγκρούσεις της Ελλάδας. Στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, στους Βαλκανικούς πολέμους.
Μετά τα απανωτά μας λάθη και τις τραγωδίες μας, στις δεκαετίες του 60 και του 70, απομακρυνθήκαμε πολύ και συνειδητά (ή ασυνείδητα, τελικά;) από τον προαιώνιο πόθο των προγόνων μας. Απομακρυνθήκαμε πολύ, κι εμείς εδώ και η Ελλάδα, από τον Ιωάννη Καποδίστρια ο οποίος το 1927 συμπεριλάμβανε και την Κύπρο στα γεωγραφικά όρια που αξίωνε η «νέα Ελλάς». Ήταν επόμενο να απομακρυνθούμε. Ήταν ζήτημα επιβίωσης, παρότι κι αυτό είναι προς συζήτηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι διαγράφουμε το παρελθόν ως μίασμα για να πάμε στο μέλλον. Για την ειρήνη δεν είναι προϋπόθεση ο εθνομηδενισμός. Είναι προϋπόθεση η γνώση, η κατανόηση και ο σεβασμός της ιστορίας. Πρώτα της δικής μας, για να μπορέσουμε στη συνέχεια να σεβαστούμε και να κατανοήσουμε και την ιστορία των άλλων.