Μια ενεργός πολίτις, η Νικολέττα Τσικκίνη, που τελευταία δραστηριοποιήθηκε πολιτικά δίπλα στον Οδυσσέα Μιχαηλίδη, ίσως να κάνει την πιο σκληρή αντιπολίτευση στην κυβέρνηση Χριστοδουλίδη. Και στον Πρόεδρο προσωπικά και στην σύζυγό του. Πιο σκληρή και από κόμματα.
Μόνη της στο διαδίκτυο με τις αναρτήσεις της πέτυχε να δημιουργήσει και ομάδες «οπαδών» και ομάδες «αντιπάλων», αν κρίνω από τις αντιδράσεις στις αναρτήσεις της. Πολλές φορές χρησιμοποιεί φρασεολογία που κάποιος μπορεί να χαρακτηρίσει υπερβολική, ακραία ή και απρεπή. Αλλά, όλοι ξέρουμε πως στο διαδίκτυο δεν βάζει κανένας όρια. Ούτε κανόνες ευπρέπειας ή ακρότητας.
Η Φιλίππα Καρσερά Χριστοδουλίδη της έστειλε τελευταία επιστολή με δικηγόρους οι οποίοι ζητούν να διαγράψει και να τερματίσει συγκεκριμένες αναρτήσεις της «οι οποίες κρίνονται ανυπόστατες, επιζήμιες και δυσφημιστικές, υπερβαίνοντας κάθε όριο ανεκτής δημόσιας τοποθέτησης (…) ώστε να μην ληφθούν περαιτέρω νομικά μέτρα».
Η Νικολέττα Τσικκίνη αντέδρασε δημοσίως καταγγέλλοντας προσπάθεια φίμωσής της. Το ίδιο και το ΑΛΜΑ, που κατάγγειλε ότι αυτό «αποτελεί ξεκάθαρο δείγμα αυταρχισμού από μέρους των κυβερνώντων». Και κάπου εδώ ξεκίνησε ένας πόλεμος όπου ο καθένας δείχνει τον νου του. Όσον έχει.
Αλλά εδώ βρισκόμαστε έμπρακτα μπροστά στο φαινόμενο που απασχολεί όλο τον πλανήτη. Το ανεξέλεγκτο διαδίκτυο. Όπου, από τη μια, ο καθένας μπορεί να εκφράζεται όπως θέλει χωρίς συνέπειες και, από την άλλη, η αδύναμη θέση των δημόσιων προσώπων απέναντι σε αυτό τον καταιγισμό ελευθεροστομίας. Τα οποία δημόσια πρόσωπα χρησιμοποιούν και τα ίδια την πρόσβαση του διαδικτύου για να πλασάρουν ό,τι θέλουν στην κοινή γνώμη, επίσης ανεξέλεγκτα. Δεν είναι κυπριακό φαινόμενο, είναι παγκόσμιο.
Σε αυτό το καθεστώς οφείλεται και η επίθεση που δέχεται η Φιλίππα Καρσερά Χριστοδουλίδη, για απόπειρα φίμωσης της κ. Τσικκίνη επειδή της ασκεί κριτική. Απολύτως αναμενόμενο ήταν να δεχθεί αυτή την επίθεση. Διότι είναι δημόσιο πρόσωπο και τα δημόσια πρόσωπα οφείλουν να ανέχονται και τα πιο σκληρά σχόλια, που μπορεί να βαφτίζονται κριτική ή ελευθερία της γνώμης. Από την άλλη, είναι δικαίωμά της να αυτοπροστατευθεί αν κρίνει ότι η κριτική της κ. Τσικκίνη ξεπερνά τα όρια.
Είναι δικαίωμά της πολύ περισσότερο επειδή δεν έχει κανένα θεσμικό ρόλο στο κράτος, είναι μόνο η σύζυγος του Προέδρου. Ακόμα και ο όρος «πρώτη κυρία», που χρησιμοποιείται ως να είναι καμιά συνταγματική πρόνοια, δεν υπάρχει πουθενά. Επομένως, ως πολίτις κι αυτή, που θίγεται, δικαιούται να επικαλεστεί νομικές πρόνοιες για προστασία, όπως δικαιούται και η κ. Τσικκίνη να επικαλεστεί άλλες πρόνοιες για να αντιμετωπίσει τις όποιες κατηγορίες, όπως κάθε ένας που έχει δικαίωμα στον δημόσιο λόγο.
Προσωπική μου γνώμη είναι πως κακώς η κ. Καρσερά, κατέφυγε στους δικηγόρους. Είναι δικαίωμά της αλλά τα δημόσια πρόσωπα οφείλουν να δέχονται το χάος του διαδικτύου ως έχει, ως χάος δηλαδή. Ακόμα και όταν τους βρίζουν χρήστες του διαδικτύου, όπως βρίζουν όλους όσους έχουμε δημόσιο λόγο – και τους δημοσιογράφους εννοώ. Άλλωστε, ποιο είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας δίωξης; Να πολλαπλασιάσει όσους διαβάζουν την κ. Τσικκίνη, και η ίδια να γίνει ακόμα πιο επιθετική, αφού διαπιστώνει ότι έχει επίδραση η παρουσία της.
Τα όποια σχόλια πολιτών μπορεί να είναι ενοχλητικά και προσβλητικά, αλλά η απόπειρα τερματισμού τους μέσω δικαστηρίων, είναι το άλλο άκρο. Φτάνει σε αυτό που υποδείκνυε το Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το Γραφείο Ελευθερίας του Τύπου του ΟΑΣΕ, με γνωμάτευση προς την κυπριακή Βουλή, που συζητούσε σχετικές νομοθεσίες:
Ότι «υπάρχει ο κίνδυνος οι νόμοι που ποινικοποιούν τη δυσφήμηση μπορεί να χρησιμοποιηθούν εναντίον δημοσιογράφων, πολιτικών αντιπάλων, υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άλλων που ασκούν κριτική στους κυβερνητικούς αξιωματούχους και πολιτικές».
Υ.Γ. Ανακοινώθηκε ότι η Νικολέττα Τσικκίνη θα ήταν φιλοξενούμενη στην τηλεόραση του ΡΙΚ την Τρίτη το απόγευμα, να συζητήσει αυτό το ζήτημα. Τη Δευτέρα ενημερώθηκε η ίδια τηλεφωνικά ότι η εμφάνισή της ακυρώνεται. Με αστείες εξηγήσεις. Ποιος να πιστέψει ότι η ακύρωση δεν ήταν παρέμβαση από το Προεδρικό ή από την ίδια την κ. Καρσερά, ακόμα κι αν ήταν μόνο ο «υπερβάλλοντας ζήλος» των ανθρώπων του ΡΙΚ; Ομαδικά απαράδεκτοι.