Πίνω για πολλοστή φορά μια γουλιά αντιβηχικό σιρόπι, καταπίνω άλλα δύο δισκία παρακεταμόλης και στέκομαι μπροστά στη βιβλιοθήκη μου να ξεδιαλέξω το βιβλίο που θα μου κρατήσει σήμερα παρέα. Γρίπη Α έβγαλε το τεστ στο φαρμακείο της γειτονιάς και είμαι τώρα στην πέμπτη μέρα απομόνωσης στο σπίτι πότε τρέμοντας σύγκορμος, πότε βήχοντας, πότε σκουπίζοντας μάτια και μύτη…Ελπίζω ότι τα χρονογραφήματα που έγραψα αυτές τις μέρες να μην είναι…ζαλισμένα, θολωμένα ή…γριπωμένα και να μην έχουν τίποτε από τη στυφή γεύση της αδυναμίας.

Το βλέμμα μου σταμάτησε στο μυθιστόρημα «The Road» του Αμερικανού συγγραφέα, Cormac McCarthy (1933-2023). Το πήρα στα χέρια μου και το μετροφύλλησα αργά …μια σκληρή, βίαιη και τρυφερή ιστορία αγώνα για επιβίωση. Κάθισα και άρχισα να το διαβάζω πιο προσεκτικά. Με κατέκλυσαν οι αναμνήσεις… «The Road»…Το είχα πρωτοδιαβάσει στο Λονδίνο τον χειμώνα του 2009 (είχα εργαστεί για δύο χρόνια στη βρετανική πρωτεύουσα) την ίδια χρονιά που έγινε ταινία με σκηνοθέτη τον John Hillcoat και πρωταγωνιστές τους Viggo Mortensen και Kodi Smit-McPhee.

Η ιστορία του ανώνυμου πατέρα και του ανώνυμου δεκάχρονου γιου του που επιζούν μιας ολοκληρωτικής καταστροφής του πλανήτη και περιπλανώνται στο γυμνό τοπίο. Σε ένα τρομερό μέρος όπου ο πολιτισμός και κάθε μορφή ζωής εξέλιπε και όπου οι μοναδικοί άνθρωποι που κυκλοφορούν είναι συμμορίες κανιβάλων.

Ο ήλιος δεν ανατέλλει ποτέ γιατί τον καλύπτει η στάχτη που σαβανώνει τα πάντα. Δεν υπάρχει ούτε φεγγάρι ούτε αστέρια, μόνο μια παγωμένη σιωπή και η ανάγκη να περπατούν συνεχώς κατά μήκος των ατέλειωτων αυτοκινητόδρομων προσπερνώντας νεκρές πόλεις.

Τα ρούχα τους έγιναν κουρέλια και ο ύπνος τους είναι ανήσυχος κι εφιαλτικός, αφού κοιμούνται στο ύπαιθρο τυλιγμένοι σε υγρές κουβέρτες δίπλα από πρόχειρες φωτιές που δεν μπορούν να τους ζεστάνουν. Μπαίνουν σε σπίτια εγκαταλειμμένα για χρόνια πολλά και κάποτε στέκονται τυχεροί και βρίσκουν μερικές παλιές κονσέρβες για να ξεγελάσουν την άγρια πείνα τους.

Είχα διαβάσει θυμάμαι τις τελευταίες σελίδες του, ταξιδεύοντας με τον υπόγειο στα σπλάχνα της μεγάλης πόλης ένα παγωμένο απόγευμα. Κι όταν βγήκα από το τραίνο και στάθηκα στο πολύβουο πεζοδρόμιο, είχα νιώσει κι εγώ κάπως χαμένος… Όπως νιώθω τώρα διασχίζοντας το γυμνό τοπίο της γρίπης…

Όμως, πάνω απ’ όλα το βιβλίο του McCarthy είναι μια ιστορία όπου η ελπίδα αναδύεται από την απόλυτη απελπισία. Λοιπόν, μια γρίπη είναι θα περάσει. Κι έτσι καθώς έξω συνεχίζει το ψοφόκρυο και η βροχή, νιώθω πως φτάνω στο τέλος αυτής της σκοτεινής διαδρομής και πλησιάζω στο ξέφωτο μιας ηλιόλουστης μέρας. Εξάλλου, σήμερα είναι τα γενέθλια μου!