Καθισμένοι σε ένα ταξί, διασχίζουμε την αγγλική ύπαιθρο, ενώ ο ραδιοφωνικός σταθμός εκπέμπει κλασσική μουσική. O Mozart εναλλάσσεται με τον Bach και άλλους συνθέτες, ενώ διασχίζουμε καταπράσινα λιβάδια με σπαρτά ή βοσκοτόπια και αλέες από δέντρα που σχηματίζουν μαγικές στοές. Ακούμε τον οδηγό να μονολογεί «Χωρίς τη μουσική η ζωή θα ήταν ένα λάθος».
«Έχετε διαβάσει Νίτσε;» τον ρωτάμε. Αυτός απαντά πως δεν έχει ξανακούσει αυτό το όνομα, ενώ μας ρωτά από πού είμαστε και μας πιάνει στην κουβέντα. Έχει ακούσει πολλά για το όμορφο μοιρασμένο νησί μας, στην άκρη της Μεσογείου, αφού όλοι οι συνάδελφοί του έχουν πάει εκεί για διακοπές, τουλάχιστον μια φορά αλλά ο ίδιος δεν έχει ταξιδέψει ποτέ εκτός της χώρας του. Παλιά, εργάστηκε σε γαλαρίες και υπόγειες στοές, κατεβαίνοντας κάθε μέρα στα έγκατα της γης. Έλαβε μέρος στις απεργίες των ανθρακωρύχων του 1985 και έμεινε άνεργος με το κλείσιμο πολλών ορυχείων.
Μετά από δύσκολα χρόνια ανεργίας, βγήκε στο τιμόνι και έκτοτε δεν χορταίνει να γυρίζει τη χώρα του και να βλέπει νέες πόλεις και χωριά. Γεννήθηκε και μεγάλωσε κοντά στη θάλασσα, δίπλα στο λιμάνι του Dover. Μια ζωή έβλεπε καράβια να πηγαινοέρχονται, μεταφέροντας επιβάτες ή εμπορεύματα. Δεν τους ζήλεψε και δεν θέλησε ποτέ να φύγει σε άλλους τόπους, αφού είχε τη θάλασσα στα πόδια του, κάθε μέρα της ζωής του. Σαν είναι λυπημένος ή κουρασμένος, κάθεται στα βράχια και κοιτά «τη θάλασσα την παντοτινή που μας ξεπλένει από τις αμαρτίες» λέει. Η ακριβής μετάφραση των λόγων του από τ’ Αγγλικά, αντιστοιχεί σε στίχους του Γιώργου Σεφέρη κι ας μην ξέρει τ’ όνομά του κι ας μην έχει διαβάσει ποίηση.
Ο Mr Robinson είναι ένας απλός άνθρωπος από την εργατική τάξη με μια λαϊκή σοφία. Η χώρα του περιτριγυρίζεται από τη συνήθως γκρίζα θάλασσα με τα μανιασμένα κύματα και έναν απέραντο ωκεανό. Φαντάζει μουντή και άχαρη σε μας τους Μεσογειακούς, που λέμε πως κατοικείται από «κρύους ανθρώπους» όταν αναφερόμαστε στους Αγγλοσάξονες. Μα είναι κι αυτοί θαλασσινοί, η χώρα τους ένα μεγάλο νησί κι η θάλασσα, πάντοτε γαληνεύει την ψυχή του ανθρώπου.
Ένας λαός δεν εκπροσωπείται μόνον από τους κατοίκους της πρωτεύουσας ή των μεγαλουπόλεων, όπου χρηματιστές, πολιτικοί και επιχειρηματίες τρέχουν βιαστικοί, αλλά από τον απλό κόσμο που ζει στην ύπαιθρο, σε μικρές πόλεις και χωριά, σε αμεσότητα με τη φύση, τη γη και τη θάλασσα. Άνθρωποι που χαίρονται τον χειμωνιάτικο ήλιο -όταν αυτός δεν είναι κρυμμένος πίσω από τα σύννεφα- και φωτίζει τα απέραντα βοσκοτόπια, τα χωράφια με τα σπαρτά, τα περιβόλια και τις ακροθαλασσιές με τα κύματα και τους γλάρους.
Ακρωτήρια, όπου φάροι δεσπόζουν και φέγγουν μες στη νύχτα, δίνοντας φως και ζεστασιά στους θαλασσινούς μα και στους στεριανούς. Σ’ αυτούς που ονειρεύονται ταξίδια σε τόπους μακρινούς, μα και σ’ αυτούς που δεν έφυγαν ποτέ από τη χώρα τους κι ας μπορούσαν. Γιατί το καλύτερο ταξίδι για τους δεύτερους είναι αυτό που ζουν στην καθημερινότητα, εξιλεωμένοι με τον εαυτό τους και τους γύρω τους.
«Τι θα κάνετε αύριο που είναι Κυριακή» τον ρωτάμε; Λέει πως θα πιει μερικές μπύρες με τους φίλους του. «Κάποιοι άνθρωποι καταφεύγουν στην εκκλησία, άλλοι στα βιβλία. Εγώ στους φίλους μου.» μας απαντά. «Virginia Woolf!» ξεφωνίζουμε γελώντας, αφού ακούσαμε τα τελευταία λόγια του. Μας ζητά συγγνώμη, αλλά δεν κατάλαβε τι είπαμε. Δύσκολο να του εξηγήσουμε πως τα λόγια του ακούγονται παρμένα από ένα βιβλίο της συγγραφέως Virginia Woolf, της οποίας το όνομα δεν ξανάκουσε.
«Εδώ είμαστε» λέει και σταματά στον προορισμό μας, στο μικρό πανδοχείο. «Αν θέλετε και καιρού επιτρέποντος, μπορείτε αύριο να πάτε εκδρομή μέχρι τον φάρο… Αν ξυπνήσετε με τα κοκόρια…» λέει προτού βάλει μπρος και χαθεί απ’ τα μάτια μας. Με ακριβώς αυτά τα λόγια αυτά αρχίζει το γνωστό μυθιστόρημα της Woolf «Προς τον φάρο».
Δεν κρατήσαμε την κάρτα του και δεν τον ξαναείδαμε για να τον ρωτήσουμε αν υπήρξε όντως ανθρακωρύχος ή καθηγητής λογοτεχνίας που έσπαζε πλάκα μαζί μας. Κατά τη δίωρη, ευχάριστη και εποικοδομητική διαδρομή που είχαμε μαζί του, ακούσαμε απλές κουβέντες, φιλοσοφία στίχους και φράσεις μεγάλων λογοτεχνών.
Η ζωή είναι αινιγματική και οι σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους, κάποτε είναι πολύπλοκες, αξεδιάλυτες μας λέει η Woolf. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, μας αποκαλύπτονται μέσα από ένα είδος ψυχικού φωτισμού, μια ενάργεια, όπως το φως ενός φάρου, που συντηρείται και ενδυναμώνεται μέσω της ευαισθησίας και της παρατήρησης, αποκαλύπτοντας κρυφές πτυχές στις σχέσεις με τους γύρω μας, αλλά και με τον εαυτό μας.
Εδώ σας αφήνω γιατί αύριο θα ξυπνήσω νωρίς. Λέω να πάω μια βόλτα μέχρι τον φάρο του Κιτίου, αν βέβαια κάνει καλό καιρό και αν ξυπνήσω με τα κοκόρια… Στον φάρο αγαπητοί αναγνώστες, στον φάρο!
dena.toumazi@gmail.com