Ζούμε στην εποχή όπου η δικαιοσύνη δεν απονέμεται πλέον στις αίθουσες των δικαστηρίων, αλλά στις οθόνες των κινητών. Εκεί, ανάμεσα σε stories, σχόλια και αναρτήσεις, στήνονται τα πιο πρόχειρα και ταυτόχρονα τα πιο αμείλικτα λαϊκά δικαστήρια. Ο κάθε άσχετος αυτοαναγορεύεται σε κατήγορο, ανακριτή και δικαστή. Το κατηγορητήριο απαγγέλλεται μαζί με την ποινή και η εκτέλεση είναι άμεση. Χωρίς αποδείξεις, χωρίς διαδικασία, χωρίς δικαίωμα υπεράσπισης. Το τεκμήριο αθωότητας αντιμετωπίζεται ως περιττή πολυτέλεια, σχεδόν ως ενοχλητική λεπτομέρεια.
Στο πι και φι τα social media παίρνουν φωτιά. Ένα όνομα, μια φωτογραφία, μια μισή πληροφορία, ένα «κάτι άκουσα», κι ο κύβος ερρίφθη. Η καταδίκη επικυρώνεται σχεδόν καθολικά. Δεν έχει σημασία αν η υπόθεση διερευνάται, αν υπάρχουν αντικρουόμενα στοιχεία ή αν, στο τέλος της ημέρας, ο άνθρωπος αθωωθεί. Η κοινωνική τιμωρία έχει ήδη επιβληθεί και σε πολλές περιπτώσεις είναι πιο οδυνηρή από την σωφρονιστική. Τσακ-μπαμ. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, η κοινωνική καταδίκη δεν ανακαλείται. Η τάτσα μένει. Και μετά άντε να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας.
Το φαινόμενο δεν είναι ούτε αθώο ούτε καινούργιο, αλλά έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η ευκολία της δημόσιας καταγγελίας έχει μετατρέψει τον δημόσιο λόγο σε πεδίο λιντσαρίσματος. Δεν μιλάμε για περιπτώσεις όπου υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία και τελεσίδικες αποφάσεις. Μιλάμε για καταγγελίες υπό διερεύνηση, για υποψίες, για φήμες, για στιγμιότυπα αποκομμένα από το πλαίσιο τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι υποθέσεις όπου πρόσωπα κατονομάζονται δημόσια για σοβαρά αδικήματα πριν καν κληθούν από τις Αρχές. Μέσα σε λίγες ώρες, οι φωτογραφίες τους κυκλοφορούν, τα ονόματά τους διασύρονται και οι οικογένειές τους στοχοποιούνται. Κι όταν, μήνες αργότερα, η υπόθεση καταρρέει λόγω έλλειψης στοιχείων ή αποδεικνύεται ότι τα γεγονότα ήταν διαφορετικά, η «είδηση» της αθώωσης περνά στα ψιλά. Αν περάσει καθόλου.
Άλλο παράδειγμα είναι οι εργασιακές ή προσωπικές διαφορές που βαφτίζονται «σκάνδαλα» με ένα post. Ένας απολυμένος υπάλληλος, ένας πρώην σύντροφος, ένας δυσαρεστημένος συνεργάτης, ρίχνει μια καταγγελία στα social media και αμέσως ενεργοποιείται ο μηχανισμός της συλλογικής αγανάκτησης. Και τελευταία, το φαινόμενο αυτό έχει πάρει και μια άλλη διάσταση. Εμφανίζονται καταγγελίες -για πρώτη φορά- που χρονολογούνται. Πριν 10, 20 ή και περισσότερα χρόνια. Κανείς δεν ρωτά τι προηγήθηκε, ποια είναι η άλλη πλευρά, αν υπάρχει αντικειμενική βάση. Το πλήθος διψά για αίμα, όχι για αλήθεια.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι η ηθική αυτάρκεια με την οποία εκφέρονται οι κρίσεις. Άνθρωποι που δεν θα εμπιστευόσουν ούτε να σου κρατήσουν την πόρτα ανοιχτή, μιλούν με απόλυτη βεβαιότητα για την ενοχή ή την ανηθικότητα άλλων. Χωρίς συναίσθηση ευθύνης, χωρίς επίγνωση ότι πίσω από την οθόνη υπάρχουν ζωές, επαγγελματικές πορείες, παιδιά, οικογένειες.
Και όλα αυτά στο όνομα μιας δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας ή ακόμα και εκδικητικής ανταπόδοσης. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια φτηνή ηθικολογία και έναν ψηφιακό κανιβαλισμό. Η ανάγκη για δημόσια διαπόμπευση καλύπτεται με τον μανδύα της δικαιοσύνης, ενώ στην ουσία πρόκειται για εκτόνωση, για επίδειξη ηθικής ανωτερότητας, για likes και επιβεβαίωση.
Η δικαιοσύνη, όμως, δεν λειτουργεί έτσι. Δεν λειτουργεί με ατάκες και με οργισμένα σχόλια. Λειτουργεί με αποδείξεις, με διαδικασίες, με δικαιώματα. Το τεκμήριο αθωότητας δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι θεμέλιο του κράτους δικαίου. Όταν το πετάμε στα σκουπίδια, δεν τιμωρούμε μόνο τον εκάστοτε «κατηγορούμενο». Υπονομεύουμε το ίδιο το σύστημα που αύριο μπορεί να χρειαστεί να μας προστατεύσει.
Γιατί σήμερα είναι ο «άλλος». Αύριο μπορεί να είσαι εσύ. Και τότε θα διαπιστώσεις πόσο εύκολα καίγεται μια φήμη και πόσο δύσκολα σβήνει η φωτιά.