Στην ακαταλληλότητα του κτηρίου που στεγάζει το νοσοκομείο Αθαλάσσας επικεντρώνεται μια νέα στατική μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό του ΟΚΥπΥ.  Όπως επεσήμανε η συνάδελφος Μαριλένα Παναγή σε σχετικό ρεπορτάζ της στον «Φ» το περασμένο Σάββατο (31 Ιανουαρίου 2026) «ακόμα μια δεκαετία συμπληρώνεται με το νοσοκομείο να εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται επικίνδυνο παρά το ότι η πρώτη φάση αναβάθμισης κάποιων κτιρίων έχει ολοκληρωθεί». Πρόσθεσε ότι «κονδύλια για την ανέγερση νέου νοσοκομείου Ψυχικής Υγείας περιλαμβάνονταν από τα πρώτα χρόνια του αιώνα μέχρι και το 2005 στους ετήσιους προϋπολογισμούς του υπουργείου Υγείας».

Σκέφτομαι το τεράστιο βάρος που κουβαλά μέσα στις ψυχές μας αυτό το περίκλειστο κτηριακό συγκρότημα έξω από την πόλη, όπου αναλώθηκαν οι ζωές αμέτρητων χρόνιων ασθενών σε ατέλειωτες και άσκοπες διαδρομές στην περιφραγμένη μάντρα… Και το ζητούμενο, βέβαια, σήμερα μέσα στο 2026, πέρα από την  αναβάθμιση των κτηρίων, είναι να πάψει να υφίσταται το στίγμα της ψυχικής ασθένειας.

Το στίγμα που συνεχίζει να υπάρχει από τότε που όλος ο χώρος ήταν ένα γυμνό, σκονισμένο μέρος δίπλα στη λίμνη της Αθαλάσσας μόνιμα σκεπασμένο από το σύννεφο μια νοσηρής και βαριάς οσμής… από τα απόβλητα του πλυντηρίου που βάλτωναν μόνιμα στη νότια πλευρά… μιας οσμής που δεν έχει άλλη όμοιά της …γεμάτης απελπισία, γεμάτης με τους έγκλειστους του «ιδρύματος».

Στην άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος, ήμασταν εμείς οι άλλοι… έγκλειστοι, οι καταδρομείς της 32ης Μοίρας Καταδρομών πριν το στρατόπεδο μετακινηθεί από εκεί. Κι έτσι βίωσα από τότε αυτό το στίγμα της ψυχικής ασθένειας στη σχέση των στρατιωτών με αυτούς που αποκαλούσαν …«πελλούς». Ήταν μια άνιση και άδικη σχέση που μου ξέσχιζε την καρδιά – να βλέπω φίλους μου που μοιραζόμασταν με αίσθηση αλληλεγγύης τα ελάχιστα που είχαμε, να κοροϊδεύουν τους μίζερους τρόφιμους πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα και μερικές φορές να τους κτυπούν για να σπάσουν πλάκα.

Είδα μια μέρα έναν απ’ αυτούς να είναι λουσμένος σε μια μπλε μπογιά που έτρεχε από τη θλιβερή του φαλακρίτσα στο αποστεωμένο του πρόσωπο, μέχρι κάτω στα πόδια του. Ήταν σε πλήρη σύγχυση και έτρεμε σύγκορμος, αρπαγμένος από τα τέλια, ενώ ο μαλάκας ο δικός μας κρατούσε την κοιλιά του διπλωμένος από τα γέλια, με το δοχείο της μπογιάς άδειο δίπλα του.

Του είπα να παρατήσει τις μαλακίες και να σοβαρευτεί και με κοίταξε κάπως έκπληκτος, μην περιμένοντας τέτοια αντίδραση από μένα, που ήταν ουσιαστικά μια δήλωση συναισθηματισμού και άρα μια εκδήλωση «γραφικότητας» και «απόκλισης», απαράδεκτη σε έναν χώρο όπως είναι ένας σκληρός στρατώνας λοκατζήδων, όπου η βαναυσότητα θεωρείτο …φυσιολογικό κομμάτι της κανονικότητας.