Η φορολογική μεταρρύθμιση που τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2026 για φυσικά και νομικά πρόσωπα στην Κύπρο αποτελεί, χωρίς υπερβολή, ένα από τα σημαντικότερα θεσμικά βήματα των τελευταίων δεκαετιών. Έπειτα από 23 ολόκληρα χρόνια στασιμότητας, το φορολογικό σύστημα εκσυγχρονίζεται, προσαρμόζεται στις σημερινές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και επιχειρεί να αποκαταστήσει, έστω και μερικώς, την έννοια της φορολογικής δικαιοσύνης. Παρά ταύτα, η δημόσια συζήτηση που αναπτύσσεται γύρω από τη μεταρρύθμιση χαρακτηρίζεται συχνά από αχαριστία, ισοπεδωτική κριτική και άρνηση αναγνώρισης των πραγματικών ωφελημάτων, ιδιαίτερα για τα φυσικά πρόσωπα, για τα οποία η επί του παρόντος άποψη επικεντρώνεται σ’ αυτά.
Καταρχάς, η αύξηση του αφορολόγητου ορίου από τις €19.500 στις €22.000 συνιστά μια ουσιαστική ελάφρυνση για τη μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών και αυτοεργοδοτουμένων. Σε πρακτικούς όρους, μεταφράζεται σε ετήσιο όφελος περίπου €500 ανά φορολογούμενο. Για έναν εργαζόμενο με καθαρό εισόδημα €1.500 τον μήνα, το ποσό αυτό δεν είναι αμελητέο. Μπορεί να καλύψει λογαριασμούς κοινής ωφελείας, μέρος του ενοικίου ή βασικές οικογενειακές ανάγκες. Σε μια περίοδο όπου το κόστος ζωής παραμένει υψηλό, τέτοιου είδους ελαφρύνσεις έχουν πραγματικό κοινωνικό αποτύπωμα.
Παράλληλα, η αναδιάρθρωση των φορολογικών κλιμάκων ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα, ιδίως για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Η μεταρρύθμιση επιχειρεί να διορθώσει στρεβλώσεις που επί χρόνια οδηγούσαν σε δυσανάλογη φορολόγηση συγκεκριμένων ομάδων, δημιουργώντας αντικίνητρα για εργασία και παραγωγικότητα. Αν και είναι αλήθεια ότι τα οφέλη αυτά ενδέχεται να περιοριστούν στο μέλλον λόγω της εισαγωγής πράσινων φορολογιών, δεν παύουν να αποτελούν μια θετική και αναγκαία παρέμβαση στο παρόν. Η κριτική που αγνοεί αυτό το γεγονός και εστιάζει αποκλειστικά σε μελλοντικές επιβαρύνσεις παραβλέπει το ουσιώδες, ότι για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια εξορθολογισμού.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι και οι στοχευμένες εκπτώσεις που εισάγονται με βάση το εισόδημα των νοικοκυριών, τη σύνθεση της οικογένειας και τις αυξημένες υποχρεώσεις. Για παράδειγμα, μια οικογένεια με δύο παιδιά και στεγαστικό δάνειο θα δει το φορολογητέο της εισόδημα να μειώνεται αισθητά σε σύγκριση με το προηγούμενο καθεστώς. Αυτό δεν είναι απλώς λογιστική διευκόλυνση, αλλά έμπρακτη αναγνώριση των κοινωνικών βαρών που επωμίζονται χιλιάδες νοικοκυριά. Σε μια χώρα με δημογραφικές προκλήσεις και στεγαστικό πρόβλημα, τέτοιες πρόνοιες έχουν και ευρύτερη αναπτυξιακή διάσταση.
Κι όμως, παρά τα πιο πάνω, δεν λείπουν οι φωνές που χαρακτηρίζουν τη μεταρρύθμιση «ανεπαρκή», «επικοινωνιακή» ή ακόμη και «άδικη». Αυτή η στάση αποπνέει μια μορφή αχαριστίας, όχι με την ηθική έννοια, αλλά με την πολιτική και κοινωνική. Την άρνηση να αναγνωριστεί η πρόοδος επειδή δεν είναι απόλυτη ή επειδή δεν ικανοποιεί όλες τις προσδοκίες ταυτόχρονα. Καμία φορολογική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα μονομιάς. Το ζητούμενο είναι η κατεύθυνση, και σε αυτή την περίπτωση η κατεύθυνση είναι σαφώς θετική.
Η κριτική είναι απαραίτητη σε μια δημοκρατία, όμως οφείλει να είναι τεκμηριωμένη και αναλογική. Όταν παραγνωρίζονται μετρήσιμα οφέλη για εκατοντάδες χιλιάδες φορολογούμενους και απαξιώνεται μια μεταρρύθμιση που άργησε 23 χρόνια να υλοποιηθεί, τότε δεν μιλάμε για γόνιμο δημόσιο διάλογο, αλλά για μηδενισμό. Η φορολογική μεταρρύθμιση του 2026 δεν είναι τέλεια, είναι όμως αναγκαία, βελτιωτική και, κυρίως, προς όφελος των φυσικών προσώπων. Αυτό αξίζει να αναγνωριστεί.