Επανέρχομαι σε πρόσφατες δηλώσεις της υπουργού Παιδείας, δρος Αθηνάς Μιχαηλίδου, για την ανάγκη μετασχηματισμού της εκπαίδευσης, με απώτερο στόχο τη βελτίωση του δημόσιου σχολείου, όπως είπε. Και με σημαντική προτεραιότητα για το 2026, την αντιμετώπιση και σωστή διαχείριση του προβλήματος της βίας και της παραβατικότητας και την ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας παιδιών αλλά και εκπαιδευτικών. Ανέφερε για παράδειγμα ότι μέσα στο 2026 θα λειτουργήσουν πιλοτικά σε κάποια σχολεία υπηρεσίες κοινωνικών λειτουργών που θα συνυπάρχουν με αυτές των εκπαιδευτικών ψυχολόγων. «Συνεχίζουμε», υπογράμμισε, «με μια ολιστική προσέγγιση, δεν πάμε μεμονωμένα και αποσπασματικά, όλα όσα κάνουμε στηρίζουν τον διπλό μας στόχο για ένα σχολείο πιο αποτελεσματικό και πιο συμπεριληπτικό».
Υποθέτω ότι αυτή η …ευγενής φιλοδοξία της Υπουργού και του Υπουργείου της, δεν θα γίνει σε …κενό αέρος, αλλά προαπαιτεί τη συνεργασία και τη συναντίληψη των εκπαιδευτικών και κυρίως της διευθυντικής ομάδας και του διευθυντή/τριας κάθε σχολείου. Τα γράφω αυτά, έχοντας υπόψη μου συγκεκριμένο διευθυντή ενός λυκείου βυθισμένου στη βία και στις καθημερινές συμπλοκές μαθητών του που προέρχονταν από δύο διαφορετικές συνοικίες της πόλης. Του είχα τηλεφωνήσει για να ζητήσω συνέντευξη από τον ίδιο και την άδεια να μιλήσω με μαθητές και καθηγητές και εκεί που περίμενα επιφυλακτικότητα και μασημένα λόγια, τον άκουσα να καλωσορίζει το ενδιαφέρον μου για τη δουλειά που γίνεται στο λύκειο και να με προσκαλεί για επίσκεψη οποτεδήποτε θεωρούσα σκόπιμο. Χωρίς όρους, χωρίς προϋποθέσεις, με άνεση και ευχάριστη οικειότητα που με προετοίμασε θετικά απέναντί του πριν ακόμα τον γνωρίσω.
Η προσωπική γνωριμία μας την επόμενη μέρα στο γραφείο του, επιβεβαίωσε την εντύπωσή μου ότι ήταν ένας άντρας που δεν φοβόταν να αναλάβει τις ευθύνες του και ότι ήταν άνετος και χαλαρός απέναντι σε ό,τι αφορά τη διοίκηση ενός δύσκολου εκπαιδευτηρίου. Λίγα χρόνια πριν την αφυπηρέτησή του, είχε κυριολεκτικά παραλάβει αυτό το προβληματικό ίδρυμα που έμοιαζε με φυλακή γεμάτη αγανακτισμένους και απογοητευμένους έφηβους και 3-4 χρόνια αργότερα, παρέδωσε ένα …σχολείο!
Τους αποκαλούμενους παραβατικούς μαθητές δεν τους απέβαλε, δεν τους εξόρισε στο περιθώριο, δεν τους κόλλησε στον τοίχο. Προσπάθησε να τους καταλάβει. Εκεί που περίμεναν κηρύγματα περί του ότι πρέπει να ντρέπονται για τη συμπεριφορά τους και λοιπά και λοιπά, ο διευθυντής τους μιλούσε για ένα ταξίδι, το κοινό τους ταξίδι καθηγητών και μαθητών, για τον εκπληκτικό κόσμο γνώσης κι επικοινωνίας που τους περίμενε… Τους αντιμετώπισε σαν πρόσωπα και όχι σαν ανώνυμο όχλο. Είχε στο χέρι του ένα κλειδί, την ειλικρινή αγάπη και την αναγνώριση. Εύκολα με αυτό ξεκλείδωσε τα κελιά στη ψυχή και στην καρδιά τους.