Η κατοχική Τουρκία αισθάνθηκε την ανάγκη να στείλει έξι F-16 στα κατεχόμενα για την ασφάλεια, δήθεν, των Τουρκοκυπρίων! Η κίνησή της συνιστά εν πολλοίς απάντηση στη στήριξη που τυγχάνει η Κυπριακή Δημοκρατία από εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το δίκτυ ασφαλείας, που έχουν απλώσει για το νησί σύμμαχοι της Κυπριακής Δημοκρατίας, προφανώς και έχουν ενοχλήσει την κατοχική δύναμη.
Η Άγκυρα, λοιπόν, προέβη σε αυτή την ενέργεια για να κάνει, εκτός των άλλων, τον γνωστό διαχωρισμό. «Από εκεί στο νότο είναι οι Ρωμιοί», στην… απέναντι όχθη, «στο βορρά κουμάντο κάνουμε εμείς». Θέλησε να στείλει το μήνυμα πως δεν θα αφήσει απροστάτευτους τους Τουρκοκύπριους και ότι την ασφάλεια τους, των κατεχομένων, την διασφαλίζει η ίδια.
Αυτά, όμως, αφορούν την εικόνα, τις εντυπώσεις, που έχουν ασφαλώς μεγάλη σημασία για το καθεστώς Ερντογάν. Αφορούν και την ουσία καθώς επαναλαμβάνουν το αφήγημα της κατοχικής πλευράς για «δυο κράτη». Η απόφαση της Τουρκίας να στείλει τα έξι μαχητικά, προφανώς και δεν προσθέτει οτιδήποτε σε μια περιοχή τόσο στρατικοποιημένη. Το γνωρίζει η Άγκυρα τούτο πολύ καλά. Αλλά έστειλε τα F-16 για να δώσει τα δικά της μηνύματα.
Η μεγάλη εικόνα, όμως, αφορά τη σημασία που έχουν τα κατεχόμενα για την Τουρκία. Τη στρατηγική, γεωπολιτική σημασία που έχει η κατεχόμενη Κύπρος. Είναι σαφές πως διαχρονικά για την Τουρκία τα κατεχόμενα είναι το μακρύ χέρι ασφάλειας της. Είναι το προκεχωρημένο φυλάκιο της στην Ανατολική Μεσόγειο. Γι αυτό και θεωρεί απαραίτητη για τα συμφέροντα της, την παρουσία της στο νησί. Και δεν συζητεί οτιδήποτε μπορεί τούτο να αλλάξει.
Είναι σαφές την ίδια ώρα, ότι η Τουρκία αιφνιδιάσθηκε και ενοχλήθηκε από τις κινήσεις της Λευκωσίας. Δεν υπολόγιζε ότι θα ζητούσε στήριξη από εταίρους της. Δεν υπολόγιζε, πολύ περισσότερο, να βρει τόσο μεγάλη ανταπόκριση η πρωτοβουλία του Προέδρου Χριστοδουλίδη. Είναι σαφές πως τα δεδομένα μετά την στήριξη πρωτίστως της Ελλάδος, της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Ολλανδίας, Γερμανίας. Η στήριξη που προσφέρεται στην Κύπρο συνδέεται και με την γεωπολιτική της σημασία, πέραν της έκφρασης αλληλεγγύης. Αυτό είναι πρόδηλο και το αντιλαμβάνεται και η Άγκυρα, γι’ αυτό και αντιδρά.
Όσο και εάν κάποιοι στο εσωτερικό θέλουν να υποβαθμίσουν τις εξελίξεις και τις κινήσεις της Λευκωσίας, η πραγματικότητα δεν αλλάζει ποσώς. Αυτή την πραγματικότητα, που διαμορφώνει νέα δεδομένα την αντιλαμβάνονται τρίτοι, η Τουρκία, όχι όμως οι τυφλωμένοι, φανατικοί, εμμονικοί στο εσωτερικό.
Την ίδια ώρα είναι σαφές πως η Τουρκία σε αυτή τη χρονική συγκυρία επιχειρεί να λειτουργήσει ακροβατώντας, μεταξύ «συμμάχων» και «εταίρων», ανάμεσα στις χώρες που συγκρούονται στρατιωτικά. Προτάσσει, πάντα, τις «καλές σχέσεις» που έχει με όλους. Είναι η πολιτική του «επιτήδειου ουδέτερου». Το έπραξε και στο Ουκρανικό. Με το μανδύα του δήθεν ουδέτερου, όχι μόνο δεν είχε κόστος, δεν μετείχε στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αλλά κέρδισε. Προσπάθησε- σε κάποιο βαθμό το πέτυχε- να προσφέρει υπηρεσίες «μεσολαβητή». Φιλοξένησε συναντήσεις, δήλωσε παρούσα να συμμετάσχει σε ένα σύστημα εγγυητών. Η προσπάθεια αυτή συνδέεται ευθέως με τους επεκτατικούς σχεδιασμούς της Άγκυρας. Θέλει να αυξάνει και να ενισχύει την επιρροή της στην ευρύτερη περιοχή. Θέλει να είναι αυτόνομα παρούσα στις διεργασίες.
Και στην παρούσα φάση, μετά τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση. Χωρίς να τοποθετείται, κλείνοντας το μάτι τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στην Τεχεράνη, επιχειρεί να περπατήσει σε τεντωμένο σχοινί. Ακόμη και μετά που ιρανικοί, όπως φαίνεται, πύραυλοι στόχευσαν τουρκικό έδαφος, η στάση της δεν διαφοροποιήθηκε. Ακολουθεί μια πορεία «ουδετερότητας». Και το περίεργο είναι που ο Τραμπ δεν λέει τίποτε για τη στάση αυτή της Άγκυρας.