Προς τα έξω, η Αίγυπτος μοιάζει να έχει καθεστώς σταθερό και εδραιωμένο. Ο στρατός παραμένει ο κεντρικός πυλώνας, η αντιπολίτευση έχει περιοριστεί δραστικά και ο πρόεδρος Σίσι προβάλλεται εδώ και χρόνια ως ο ηγέτης που αποκατέστησε την τάξη μετά την αναταραχή που ακολούθησε την Αραβική Άνοιξη.
Η εικόνα αυτή δεν είναι εντελώς λανθασμένη. Το Κάιρο πράγματι διατηρεί ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου και πολιτικής επιβίωσης. Ωστόσο, πίσω από αυτή την επιφανειακή σταθερότητα διακρίνεται μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα.
Η πολιτική πίεση δεν έχει εξαφανιστεί· απλώς έχει εξοριστεί σιωπηρά από τα θεσμικά κανάλια και εκδηλώνεται όλο και συχνότερα μέσα από άτυπες πρωτοβουλίες, εξόριστα δίκτυα και κοινωνικές εκρήξεις δυσαρέσκειας.
Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι η καμπάνια συλλογής υπογραφών που προωθεί ο εξόριστος Αιγύπτιος πολιτικός ακτιβιστής Χάμζα Ζόμπα, με αίτημα την απέλαση των πρέσβεων του Ισραήλ και των ΗΠΑ από το Κάιρο.
Τυπικά, μια τέτοια πρωτοβουλία δεν έχει θεσμικό αντίκρισμα. Δεν υπάρχει μηχανισμός μέσα στο αιγυπτιακό πολιτικό σύστημα που να μετατρέπει μια εκστρατεία σε κυβερνητική απόφαση. Ωστόσο, το γεγονός ότι μια τέτοια ιδέα βρίσκει μεγάλη απήχηση αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: τη συσσωρευμένη απαρέσκεια σε ένα μέρος της κοινωνίας, ιδιαίτερα σε σχέση με τη στάση της Αιγύπτου απέναντι στις περιφερειακές εξελίξεις και τη σχέση της με τη Δύση.
Ο Ζόμπα δεν είναι τυχαίο πρόσωπο. Υπήρξε βουλευτής την περίοδο μετά την εξέγερση του 2011 και συνδέθηκε πολιτικά με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Μετά την ανατροπή της ισλαμιστικής κυβέρνησης του Μοχάμεντ Μόρσι το 2013 και την ανάληψη της εξουσίας από τον Σίσι, πολλά στελέχη αυτού του πολιτικού χώρου είτε φυλακίστηκαν είτε βρέθηκαν στην εξορία. Ο Ζόμπα ανήκει σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία. Από το εξωτερικό δραστηριοποιείται κυρίως μέσω μιντιακών πλατφορμών της αντιπολίτευσης, όπως το Mekameleen TV, ένα κανάλι που λειτουργεί εκτός Αιγύπτου και απευθύνεται σε αραβόφωνο κοινό.
Η παρουσία τέτοιων μέσων ενημέρωσης στο εξωτερικό συνδέεται συχνά με το ευρύτερο πολιτικό και μιντιακό περιβάλλον του Κατάρ. Για χρόνια η Ντόχα φιλοξενούσε πρόσωπα και δίκτυα που συνδέονταν με την αιγυπτιακή αντιπολίτευση και ιδιαίτερα με το ισλαμιστικό πολιτικό ρεύμα. Αν και οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο αραβικά κράτη έχουν βελτιωθεί μετά τη συμφιλίωση του 2021, τα μιντιακά δίκτυα που δημιουργήθηκαν εκείνη την περίοδο εξακολουθούν να επηρεάζουν το πολιτικό αφήγημα γύρω από την Αίγυπτο και, ενίοτε, και στο εσωτερικό της.
Η εκστρατεία αυτή εμφανίζεται σε μια στιγμή κατά την οποία το καθεστώς του Σίσι δεν αντιμετωπίζει άμεση πολιτική απειλή από οργανωμένη αντιπολίτευση. Η πραγματική πίεση προέρχεται από αλλού: από την οικονομία. Τα τελευταία χρόνια η χώρα έχει περάσει διαδοχικές υποτιμήσεις της αιγυπτιακής λίρας, αυξήσεις τιμών αλλά και μέτρα λιτότητας. Η κυβέρνηση έχει αναγκαστεί να αυξήσει επανειλημμένα τις τιμές καυσίμων και να επιβάλει ελέγχους στην τιμή βασικών αγαθών, όπως το ψωμί, προκειμένου να περιορίσει το κοινωνικό κόστος του πληθωρισμού.
Την ίδια στιγμή, η οικονομία στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό σε εξωτερική χρηματοδότηση. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει εγκρίνει μεγάλα προγράμματα στήριξης για την Αίγυπτο, ενώ επενδύσεις και κεφάλαια από κράτη του Κόλπου έχουν συμβάλει στη σταθεροποίηση της οικονομίας. Αυτή η βοήθεια προσφέρει ανάσα, αλλά ταυτόχρονα υπογραμμίζει πόσο εξαρτημένη παραμένει η χώρα από εξωτερικούς πόρους.
Σε αυτό το πλαίσιο, πολλοί επικριτές του καθεστώτος στρέφουν την προσοχή τους και στις μεγάλες κρατικές επενδύσεις που προωθήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Η πιο χαρακτηριστική είναι η νέα διοικητική πρωτεύουσα που κατασκευάζεται ανατολικά του Καΐρου, ένα τεράστιο αστικό έργο που προορίζεται να στεγάσει κυβερνητικές υπηρεσίες και εκατομμύρια κατοίκους.
Παράλληλα προχώρησαν μεγάλα έργα υποδομών, όπως η επέκταση της Διώρυγας του Σουέζ και ένα εκτεταμένο δίκτυο αυτοκινητοδρόμων. Για την κυβέρνηση αυτά τα έργα αποτελούν επένδυση στο μέλλον της χώρας. Για τους επικριτές της, συμβολίζουν μια πολιτική που δίνει προτεραιότητα σε έργα υψηλού κόστους σε μια περίοδο που μεγάλο μέρος της κοινωνίας αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες.
Παράλληλα, η εξωτερική πολιτική της Αιγύπτου παραμένει στενά δεμένη με τη στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από τη συμφωνία ειρήνης με το Ισραήλ το 1979, η Ουάσιγκτον παρέχει περίπου 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως σε στρατιωτική βοήθεια προς το Κάιρο.
Η συνεργασία αυτή δεν είναι μόνο οικονομική· έχει δημιουργήσει βαθιά τεχνική και επιχειρησιακή διασύνδεση μεταξύ των δύο στρατών. Ο αιγυπτιακός στρατός χρησιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό αμερικανικά συστήματα, όπως τα μαχητικά F-16 Falcon και τα άρματα M1A1 Abrams. Αυτό σημαίνει ότι η στρατηγική σχέση με την Ουάσιγκτον είναι δύσκολο να ανατραπεί, ακόμη κι όταν εμφανίζονται πολιτικές εντάσεις.
Έτσι, η σημερινή Αίγυπτος στηρίζεται σε μια ιδιόμορφη ισορροπία. Το κράτος παραμένει ισχυρό και ο στρατός συνεχίζει να αποτελεί τον βασικό πυλώνα του πολιτικού συστήματος. Όμως η κοινωνική δυσαρέσκεια, η οικονομική πίεση και η ύπαρξη ενός εξόριστου αντιπολιτευτικού χώρου που προσπαθεί να επηρεάσει το δημόσιο κλίμα δείχνουν ότι η πολιτική ένταση δεν έχει εξαφανιστεί.
Σε ένα τόσο περιορισμένο πολιτικό περιβάλλον, ακόμη και μια εκστρατεία υπογραφών από το εξωτερικό μπορεί να λειτουργήσει ως υπενθύμιση ότι κάτω από την επιφάνεια της σταθερότητας εξακολουθούν να υπάρχουν ανοιχτά ερωτήματα για το μέλλον της χώρας — ερωτήματα μεγάλα και ενδεχομένως καθοριστικά.