Καθώς η Κύπρος βαδίζει προς μία ακόμη εκλογική αναμέτρηση, οι προσδοκίες είναι χαμηλές και το πολιτικό ρόστερ, με πολύ λίγες εξαιρέσεις, είναι φτωχό, ανεπαρκές και σε μεγάλο βαθμό λειψό και επηρμένο.

Εδώ και περίπου δύο μήνες ξεχωρίζω, ταξινομώ, διαβάζω προσεκτικά όσα γράφονται και λέγονται για τους υποψηφίους. Και, πάνω απ’ όλα, εννοείται ότι σκανάρω κάθε προεκλογική τους ανακοίνωση, ομιλία και συνέντευξη.

Συμπέρασμα πρώτο: Για μία χώρα που είναι κατεχόμενη και το εκεί κομμάτι εδραιώνεται πιο πολύ σε όλα τα επίπεδα –κάποια, μάλιστα, καλύτερα από τα δικά μας– το πολιτικό μέλλον του τόπου μας δεν έχει πολλά δείγματα ποιοτικά, δεν έχει «ακούσει» καμιά πρόταση που να υπερβαίνει τα τετριμμένα, που να βγάζει από τον λήθαργό τους, τους πολλούς βολεμένους.

Οι προεκλογικές συνεστιάσεις τους έχουν ήδη αρχίσει. Έχω έναν ολόκληρο στρατό από «μουτζαχεντίν φίλους μου» –έτσι τους λέω– που δεν χαρίζουν κάστανα σε κανέναν κάτω του μετρίου.

Δεν είναι δύσκολη η αξιολόγηση. Οι περισσότεροι υποψήφιοι δεν κάνουν και κάτι ιδιαίτερο, κάτι πιο ενδιαφέρον από αυτά που ξέρουμε επί χρόνια. Πιο πολύ ασχολούνται με το «μπουφέ στα όρθια» που θα βρεθούν με ψηφοφόρους, που ασφαλώς δεν περιμένουν να επιβεβαιώσουν την υποστήριξή τους, μέχρι να επισκεφθούν και τα άλλα πάρτι με μπουφέδες.

Σε μία χώρα, που η ένωση δύο ανθρώπων με την ευλογία ενός γάμου, έχει καταντήσει ένα πανάκριβο κιτς στο οποίο, ακόμα και τα δώρα προς τους νεόνυμφους «υπαγορεύονται» από πριν και συνοδεύονται από έναν αριθμό τραπεζικού λογαριασμού, κατά προτίμηση σε offshore παραδείσους.

Οι επερχόμενες εκλογές, βουλευτικές τώρα, προεδρικές όπου να ’ναι, δεν θα επιχειρήσω καν να εξηγήσω πόσο σημαντικές είναι. Όχι τόσο για να αλλάξουν πράγματα. Αλλά, από τη μαγιά που ήδη έχουν πλάσει πολλοί άνθρωποι που αγαπούν τον τόπο και την δουλειά τους.

Αυτό είναι το «κομμάτι» της Κύπρου, ελεύθερο στα δικά μου μάτια, που μπορεί να δώσει μίαν άλλη τροπή στις πατροπαράδοτες συνταγές. Τις «μία από τα ίδια». Προσπάθησα πολλές φορές να μπω στο μυαλό τους. Δεν είναι κακοί άνθρωποι. Έχουν καλές σπουδές. Κοινωνικά και επαγγελματικά, έχουν ανεβεί.

Γιατί δεν αντανακλάται αυτό το πνεύμα, και αυτή η πρόοδος στην κάλπη; Την όποια κάλπη. Προεδρική ή/και βουλευτική. Μία απάντηση μπορεί να είναι ότι μπορεί οι αλλαγές να τρομάζουν κόσμο. Φοβούνται. Τους αποκαρδιώνουν.

Ποιοι άνθρωποι, άραγε, δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα; Αυτό το ερώτημα έβαλα στο ChatGPT μου. Ιδού η απόκριση του ΑΙ, που, μάλιστα, δεν είναι πολιτική όπως περίμενα:

Οι άνθρωποι που αντιστέκονται σθεναρά σε οποιαδήποτε αλλαγή στη ζωή τους, επιζητώντας τη στασιμότητα, συχνά καθοδηγούνται από βαθύτερους ψυχολογικούς μηχανισμούς.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα αναζήτησης, αυτή η στάση μπορεί να συνδέεται με τα εξής:

> Φόβος και Αβεβαιότητα: Η αλλαγή συνδέεται με το άγνωστο, το οποίο προκαλεί ανασφάλεια. Αντίθετα, η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης (ακόμα και αν δεν είναι ιδανική) προσφέρει μια αίσθηση ασφάλειας και ελέγχου.

> Στενοκεφαλιά: Άνθρωποι που πιστεύουν ότι γνωρίζουν τα πάντα δεν έχουν κίνητρο να μάθουν κάτι καινούργιο, απορρίπτοντας νέες ιδέες ή προοπτικές.

> Διαταραχή Αποθησαυρισμού: Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αδυναμία αλλαγής εκδηλώνεται ως ψυχολογική δυσκολία να αποχωριστούν αντικείμενα ή καταστάσεις, η οποία μπορεί να ξεκινά από προστατευμένο περιβάλλον ή μοναξιά.

> Αλεξιθυμία: Μια κατάσταση όπου οι άνθρωποι δυσκολεύονται να κατανοήσουν και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, οδηγώντας σε συναισθηματική στασιμότητα.

> Έλλειψη Αυτοπεποίθησης/ Αίσθημα Αξίας: Ο φόβος της απόρριψης ή η πεποίθηση ότι δεν αξίζουν κάτι καλύτερο μπορεί να τους κρατά «κολλημένους» σε μια κατάσταση. 

Παρά την ανθρώπινη τάση για σταθερότητα, η φιλοσοφική θεώρηση, όπως αυτή του Ηράκλειτου, υπενθυμίζει ότι «δεν υπάρχει τίποτα μόνιμο εκτός από την αλλαγή», υπογραμμίζοντας ότι η αλλαγή είναι η μόνη πραγματικότητα. 

Συμπέρασμά μου: Αντί να τρέχουμε σε δεξιώσεις και τηλεοράσεις για να πείσουμε τους ψηφοφόρους μας, να τα βρούμε πρώτα με τον εαυτό μας. Δεν είναι εύκολο. Αλλά αξίζει χρυσάφι όμως!