Δεν είμαστε κοντά σε σημαντικές εξελίξεις στο Κυπριακό. Όποτε, όμως, επιχειρείται να γίνει…μισό βήμα προς τα εμπρός ή διαπιστωθεί πώς κάτι μπορεί να γίνει, σπεύδουν οι γνωστές μοιρολογίστρες της όποιας λύσης να απευθύνουν από καθέδρας συστάσεις για το τι μέλλει γενέσθαι.

Τι προσπαθούν να πουν κάθε φορά; Τα γνωστά και επαναλαμβανόμενα, ότι δηλαδή, δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά να γίνουν αποδεκτοί οι τουρκικοί όροι, διαφορετικά θα οριστικοποιηθεί η διχοτόμηση. Δηλαδή, αντί ο στόχος να είναι η αποτροπή της διχοτόμησης, των κατοχικών δεδομένων, αυτοί θεωρούν πως πρέπει να γίνει αποδεκτή ( η διχοτόμηση) και με την υπογραφή μας! Οι ταμπέλες και τα περιτυλίγματα δεν έχουν και τόση σημασία, αλλά το περιεχόμενο. Μπορεί να αναφέρονται σε ομοσπονδία, αλλά να είναι συνομοσπονδία.

Και στο πλαίσιο αυτό αναπτύσσεται ένα αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο μπορεί να γίνει αποδεκτή και η κυριαρχική ισότητα, η συνομοσπονδία δηλαδή. Φτάνει να είναι με το… σωστό περιεχόμενο. Βεβαίως, δεν εκπλήσσουν κανέναν τα όσα υποστηρίζονται από την μερίδα αυτή, από τη στιγμή κατά την οποία το 2004 αποδέχθηκαν ένα πλαίσιο λύσης, που και εγγυήσεις περιλάμβανε και μακρές μεταβατικές διατάξεις, στέλνοντας την εφαρμογή ρυθμίσεων στις ελληνικές καλένδες. Αποδέχθηκαν ένα σχέδιο, το οποίο διαχώριζε τους πολίτες με βάση την εθνική τους καταγωγή, ενώ στην εφαρμογή του εντοπίζονταν σοβαρά ελλείματα δημοκρατίας.

Το αφήγημα των οπαδών της όποιας λύσης «κτίζεται» αναπτύσσοντας «επιχειρήματα» ότι φταίνε οι Ελληνοκύπριοι και γι’ αυτό και δεν θα πρέπει να έχουν απαιτήσεις. Και το 1974, το 2004 και το 2017.  Αναδεικνύονται… λάθη και διαμορφώνουν κλίμα ενοχής στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Είναι πρόδηλο ότι, όποτε διαφαίνονται εξελίξεις ή διαπιστώνεται ακινησία, ξετυλίγεται το νήμα ενός ίδιου αφηγήματος, που επιχειρεί να φορτώσει με ενοχές την ελληνική πλευρά. Κι αυτό για να πιεστεί το θύμα και να προχωρήσει στις «αναγκαίες» υποχωρήσεις. Επαναλαμβάνουν συνεχώς ότι φταίνε οι Ελληνοκύπριοι επειδή δεν λύθηκε το Κυπριακό και όχι η κατοχική Τουρκία, που κάθε φορά αναβαθμίζει τις αξιώσεις της. Σύμφωνα με το ίδιο αφήγημα, για να πεισθεί η κατοχική πλευρά πρέπει να κάνει «κινήσεις καλής θέλησης» η Λευκωσία. Δηλαδή να προβεί σε υποχωρήσεις. Ποτέ η Τουρκία, η οποία  προκάλεσε το πρόβλημα και επιμένει στη μη λύση. Ποτέ η Τουρκία, η οποία προωθεί ένα επεκτατικό σχεδιασμό για ολόκληρη την περιοχή.

Στο πλαίσιο της…λογικής αυτής ακούγονται συχνά- πυκνά διάφορες απόψεις, όπως για παράδειγμα, ότι θα πρέπει οι ξένοι να διαμορφώσουν το τελικό πλαίσιο λύσης διά της επιδιαιτησίας ( που λανθασμένα έγινε αποδεκτή το 2004), καθώς αυτοί προφανώς ξέρουν… καλύτερα από εμάς! Και προχωρώντας, υποστηρίζουν  ότι η όποια συμφωνία δεν πρέπει να «περάσει» από δημοψήφισμα. Βασικά θέλουν μια συμφωνία, που δεν θα έχει την λαϊκή αποδοχή, αλλά να υπογραφεί από τον ηγέτη της ελληνοκυπριακής πλευράς. Το γιατί δεν θέλουν τη διενέργεια δημοψηφίσματος είναι σαφές. Φοβούνται τους πολίτες, οι οποίοι έχουν αντανακλαστικά που λειτουργούν καλύτερα και διευρυμένη αντίληψη για τη μεγάλη εικόνα. Η προσπάθεια αποφυγής δημοψηφίσματος δεν έχει σχέση με τη δημοκρατία. Τέτοιες εμμονές παραπέμπουν σε λογικές αντικατάστασης της λαϊκής κυριαρχίας καθιστώντας το Κυπριακό σε υπόθεση των τρίτων και μιας ελίτ στο νησί. Το δημοψήφισμα του 2004, αν και δεν έπρεπε να είναι χωριστό καθώς τούτο παραπέμπει σε δυο χωριστές οντότητες, αποτελεί κατάκτηση, που δεν μπορεί να ανατραπεί. Τώρα, όμως, εκφράζονται και απόψεις για παράκαμψη της διαδικασίας των δημοψηφισμάτων και εν πολλοίς της δημοκρατίας.

Η επίτευξη μιας συμφωνίας στο Κυπριακό, αν δεν έχει την έγκριση και την  υποστήριξη των πολιτών δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει. Αλλά αυτό για κάποιους ενδεχομένως να είναι λεπτομέρεια. Λύση νάναι και ό,τι νάναι.