Η σημερινή δεύτερη δημοσκόπηση του «Φ» επιβεβαιώνει το ρευστό τοπίο στο οποίο κινούνται σχεδόν όλα τα κόμματα σε ό,τι αφορά την εκλογική τους δύναμη και το μέλλον τους. Ή, έστω, το μέλλον των ηγεσιών τους.
Οι οποίες ηγεσίες εκδηλώνουν την αγωνία τους με παράδοξο τρόπο. Ότι δηλαδή, ανησυχούν πως έτσι όπως διαμορφώνεται το σκηνικό, με ανατροπές στην κομματική σύνθεση του κοινοβουλίου και με αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων, θα υπάρχει πρόβλημα στη λειτουργία του νομοθετικού σώματος. Δηλαδή, θα υπάρχει πρόβλημα στη δημοκρατία. Ωστόσο, αυτό θα έπρεπε να προβλεφθεί από καιρό. Καθώς η εμφάνιση νέων σχηματισμών και η αποδυνάμωση υφιστάμενων, είναι μια διαδικασία που ξεκίνησε πριν από αρκετές εκλογικές διαδικασίες και ήταν συνεχόμενη.
Θα έπρεπε να προβλεφθεί για να είναι ανάλογη η αντίδραση όσων σήμερα προειδοποιούν. Πολιτική και δημοκρατική αντίδραση εννοώ. Το ότι προειδοποιούν σήμερα, παρουσιάζοντας άλλους σχηματισμούς που διεκδικούν εκλογή ως ανεύθυνους, που θα προκαλέσουν προβλήματα στη λειτουργία της Βουλής, μπορεί να θεωρηθεί εκβιαστικό προς τους πολίτες και κινδυνολογία και τελικά να έχει αντίθετα αποτελέσματα. Να ενισχύει δηλαδή τον θυμό των πολιτών εναντίον τους.
Ενώ η καθοδική πορεία ήταν ορατή από καιρό, η ανακοπή της με ριζοσπαστικές αποφάσεις δεν επιχειρήθηκε από κανένα κόμμα και λίγο πριν τις εκλογές επιχειρείται με τις ίδιες τακτικές όλων των εκλογικών αναμετρήσεων. Προειδοποιώντας ότι οι άλλοι είναι επικίνδυνοι, ανώριμοι, άσχετοι. Είτε για την οικονομία, είτε για άλλα ζητήματα, ακόμα και για την έγκριση των κρατικών προϋπολογισμών.
Το παράδειγμα της εκλογής Νίκου Χριστοδουλίδη είναι πολύ χαρακτηριστικό. Στην προεκλογική περίοδο επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ως ανεπαρκής, χωρίς πολιτικές για το Κυπριακό και την οικονομία, ότι θα κάνει κυβέρνηση αχταρμά, ότι είναι βαλτός από τους Ρώσους και πολλά άλλα που στόχο είχαν την αποδόμησή του. Αλλά, ο λαός δεν έλαβε τίποτα από αυτά υπόψη και τον εξέλεξε κόντρα στους υποψήφιους των δυο μεγάλων κομμάτων. Αυτό δεν έγινε μάθημα. Τα κόμματα, που έχουν πρόβλημα με τους ψηφοφόρους τους, συνεχίζουν σήμερα να προσπαθούν να αποδομήσουν τους άλλους και όχι να πείσουν για τις δικές τους πολιτικές.
Ειδικά τα κόμματα της κεντροδεξιάς, που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερο πρόβλημα. Στη δική μας δημοσκόπηση σήμερα ο ΔΗΣΥ έχει το 53% των ψηφοφόρων του να δηλώνει ότι δεν είναι ικανοποιημένο από το κόμμα. ΤΟ ΔΗΚΟ το 52% των ψηφοφόρων του. Η ΔΗΠΑ το 60%. Η ΕΔΕΚ το 66%. Οι Οικολόγοι το 72%. Μόνο στο ΑΚΕΛ (60%) και στο ΕΛΑΜ (65%) πλειοψηφούν οι ικανοποιημένοι από το κόμμα ψηφοφόροι τους.
Μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας και ανατροπών θα μπορούσαν να γίνουν έγκαιρα κινήσεις να προλάβουν τις εξελίξεις. Ανατρεπτικές κινήσεις, όχι λόγια και υποσχέσεις που δεν ακούει κανένας. Αν θεωρηθούν όμορα τα κόμματα της κεντροδεξιάς θα έπρεπε να βρουν τρόπο να συνεργαστούν, ή ακόμα και να συνενωθούν. Σε μια προσπάθεια να δώσουν στίγμα πραγματικής έγνοιας για το μέλλον του τόπου. Διότι τώρα κρίνονται ως και το ενδιαφέρον τους είναι μόνο η έγνοια για το κόμμα.
Οι αποτυχημένες απόπειρες του παρελθόντος για συνεργασία ή συνένωση των κομμάτων του λεγόμενου ενδιάμεσου χώρου απογοήτευσαν πολλούς από όσους ψηφοφόρους σήμερα δεν είναι ικανοποιημένοι από τα κόμματά τους. Αλλά, δεν μιλάμε πια για κάτι τέτοιο. Ο ενδιάμεσος χώρος δεν υφίσταται πλέον και κινδυνεύει να μην υφίσταται ούτε ως κοινοβουλευτική παρουσία. Αλλά, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες υπάρχει ένας χώρος με χαρακτηριστικά κεντροδεξιάς. Σε αυτόν εντάσσεται πλέον και ο ΔΗΣΥ, αφού η άκρα δεξιά του έχει αποσπάσει αυτό το χαρακτηριστικό.
Τι χωρίζει το ΔΗΣΥ από το ΔΗΚΟ για παράδειγμα; Το Κυπριακό. Αλλά, η αλήθεια είναι πως ακόμα κι αυτό είναι πλασματικό, για να δικαιολογεί την ύπαρξη πολλών κομμάτων. ΤΟ ΔΗΣΥ και το ΔΗΚΟ, για παράδειγμα, τα χωρίζει μόνο η ΔΔΟ σκέτη και η ΔΔΟ με το σωστό περιεχόμενο. Αλλά, γιατί τους χωρίζει αυτό; Αν κάτσουν να βάλουν κάτω τις πολιτικές τους γραμμές είναι σίγουρο ότι υπάρχει κοινή συνισταμένη. Ούτε το ΔΗΚΟ απορρίπτει τη ΔΔΟ, ούτε ο ΔΗΣΥ θέλει να επιδιώκει ΔΔΟ χωρίς σωστό περιεχόμενο.
Είτε μιλάμε για συνένωση όλων σε ένα κόμμα, είτε για ένα σχηματισμό συνεργασίας και ενιαίου μετώπου, θα έδιναν μια αξιόπιστη πρόταση στους πολίτες, που θα μπορούσε να ανακόψει την κομματική κατηφόρα και την απαξίωση των πολιτών.
Αυτά κατόπιν εορτής φυσικά, διότι τώρα είναι πολύ αργά. Έγκαιρα θα έπρεπε να τα δουν οι κομματικές ηγεσίες. Στη θεωρία όλα γίνονται. Στην πράξη χρειάζονται τολμηρούς ηγέτες με όραμα. Αυτούς χρειάζεται και η κοινωνία.