Ζούμε σε μια εποχή όπου η μνήμη λειτουργεί επιλεκτικά. Άλλοτε κοντή, άλλοτε βολικά μακριά. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι θυμόμαστε όποτε και ό,τι μας συμφέρει. Το φαινόμενο αυτό, που τα τελευταία χρόνια έχει μετατραπεί σχεδόν σε κοινωνικό σπορ, έχει καταστεί επικίνδυνο για την αλήθεια και, κυρίως, για την έννοια της δικαιοσύνης.
Το ότι βγαίνουν μερικοί-μερικοί να «θυμούνται» μετά από χρόνια σκάνδαλα, διαπλοκές, διαφορές, κακοποιήσεις κάθε είδους και μαύρο πράσινα άλογα, χρήζει σοβαρής ανάλυσης. Φυσικά, δεν αναφέρομαι στις περιπτώσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας ή όπου έγιναν καταγγελίες και για χρόνια παραμένουν -δικαστικές ή άλλες- θαμμένες σε συρτάρια. Μιλάμε για τις κραυγαλέες περιπτώσεις του «όποτε θυμούνται, χαίρονται», που προφανώς έχουν στόχο να πλήξουν σκόπιμα πρόσωπα και καταστάσεις, από αντιπάθεια, ζήλεια, συμφέροντα ή ακόμη και επειδή κάποτε δεν ευεργετήθηκαν όπως και όσο θα ήθελαν.
Αποτείνονται, λοιπόν, με περισσή ευκολία στα δικαστήρια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ) και αρχίζει το «έλα να δεις», για να καταλήξει στο «ζήτω που καήκαμε». Δίκες και καταδίκες, με «δικαστές», «νομικούς» και μπόλικες χιλιάδες «ενόρκους».
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μιλάμε, αλλά πότε, πώς και γιατί μιλάμε. Όταν η καταγγελία δεν έρχεται ως ανάγκη αποκατάστασης μιας αδικίας, αλλά ως εργαλείο εξόντωσης, τότε παύει να είναι πράξη θάρρους και γίνεται πράξη σκοπιμότητας. Και αυτό ακυρώνει τον στόχο της, αλλά κατ’ επέκταση και τις πραγματικές φωνές που όντως έπρεπε να ακουστούν.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν εξελιχθεί σε ένα άτυπο, ανεξέλεγκτο δικαστήριο. Χωρίς τεκμήριο αθωότητας, χωρίς αποδείξεις, χωρίς διαδικασίες. Ένα post, μια ανάρτηση με «απόρρητες πηγές», ένα story γεμάτο υπονοούμενα, και ο «κατηγορούμενος» έχει ήδη καταδικαστεί. Όχι από δικαστές, αλλά από ψηφιακό όχλο. Όχι με στοιχεία, αλλά με emojis και θυμό. Και καταγγελία ή κατηγορία χωρίς απόδειξη, πρακτικά, είναι χωρίς αντίκρισμα. Θεωρητικά, όμως, μπορεί να λέει ο καθένας το μακρύ και το κοντό του, στις περιπτώσεις που αναφύονται σχεδόν καθημερινά πλέον στα ΜΚΔ.
Αμολούνται οι «κατηγορίες» δημόσια και αρχίζει ο συρφετός. Αναστατώνεται ή και διχάζεται η κοινωνία. Από τη μία, ολόκληρο το σύστημα τρέχει να βρει αποδείξεις, ενώ από την άλλη σχεδόν συλλόβρωτοι οι «ένορκοι» έχουν ήδη καταλήξει σε συμπεράσματα πριν καν έχουν ενώπιόν τους τα στοιχεία. Κι όλα αυτά επειδή, όπως λένε, έχει χαθεί η εμπιστοσύνη σε κάθε θεσμό. Κι έγιναν τα ΜΚΔ ο ιδανικός θεσμός. Ο μόνος που δεν χρειάζονται αποδείξεις, δεν απαιτείται φιλτράρισμα και μετατίθεται το βάρος της απόδειξης στον «κατηγορούμενο» και όχι σε αυτόν που ισχυρίζεται ένα γεγονός.
Και κάπου εδώ γεννάται το μέγα ερώτημα. Ποιος ωφελείται; Σίγουρα όχι η αλήθεια. Σίγουρα όχι η κοινωνία. Κι εδώ το αφήνω στην κρίση του καθενός.
Για να εξηγούμαι και να μην παρεξηγούμαι, υπάρχουν εγκλήματα που χρειάστηκαν χρόνια για να ειπωθούν. Υπάρχουν θύματα που σιώπησαν από φόβο, ντροπή ή πίεση. Αυτά όχι μόνο τα σεβόμαστε, αλλά οφείλουμε να τα προστατεύουμε. Όμως, άλλο πράγμα η καθυστερημένη δικαίωση και άλλο η επιλεκτική μνήμη με πολιτική, οικονομική και οποιαδήποτε άλλη ατζέντα.
Όταν όλα γίνονται «σκάνδαλο», τότε χάνει και το σκάνδαλο τη σημασία του. Όταν όλοι είναι ένοχοι μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, τότε κάποια στιγμή κανείς δεν θα πιστεύεται. Και τότε, όταν εμφανιστεί μια πραγματικά σοβαρή υπόθεση, θα χαθεί μέσα στο αλαλούμ, στα likes και τα ξεσπάσματα της στιγμής.
Η δικαιοσύνη δεν είναι trend. Δεν είναι story 24 ωρών. Δεν είναι πεδίο εκδίκησης ή εντυπώσεων. Φτάσαμε στο σημείο τα κόμματα να πολιτεύονται και οι δημοσιογράφοι να εκφέρουν άποψη με βάση το ρεύμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αν πραγματικά θέλουμε μια κοινωνία πιο καθαρή, πιο δίκαιη, τότε πρέπει εν γνώσει μας, να εκφράζουμε άποψη χωρίς σκοπιμότητες και εν βρασμώ ψυχής. Αλλιώς, θα συνεχίσουμε να θυμόμαστε μόνο όποτε μας βολεύει και να ξεχνάμε ό,τι πραγματικά έχει σημασία.